Η κυβέρνηση εκπέμπει το μήνυμα πως στοχεύει σε «καθαρή» έξοδο από το Μνημόνιο τον Αύγουστο του 2018, χωρίς την ύπαρξη προληπτικής γραμμής πίστωσης. 

Ωστόσο, ρεπορτάζ των «Νέων» υποστηρίζει ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο, πέραν του πολιτικού κινδύνου να διολισθήσει η Ελλάδα σύντομα σε ένα νέο Μνημόνιο, όπως παρατηρούν αναλυτές, ενσωματώνει μια ουσιαστική παρενέργεια για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα

Αυτή δεν είναι άλλη από την αδυναμία πρόσβασης στα φθηνά κεφάλαια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Η συζήτηση άνοιξε στη διάρκεια της εβδομάδας, όταν ο Τόμας Βίζερ ξεκαθάρισε ότι τα κράτη-μέλη της ευρωζώνης δεν θέλουν να δανείσουν - μέσω του ESM - άλλα χρήματα στον ελληνικό εφιάλτη των τελευταίων επτά ετών, προδιαγράφοντας όμως έναν στενό κορσέ πολυετούς σκληρής εποπτείας. Κάτι σαν Μνημόνιο χωρίς λεφτά.

Το σενάριο αυτό άναψε φωτιές στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα, ενώ οι παρασκηνιακές συζητήσεις στους κόλπους των θεσμών δείχνουν, σύμφωνα με πληροφορίες, ότι όλοι οι εκπρόσωποι των δανειστών δεν συμμερίζονται την ίδια άποψη. 

Παράλληλα, Για το ενδεχόμενο να αφεθεί η Ελλάδα χωρίς κάποιας μορφής πρόγραμμα, η συζήτηση δεν μπορεί παρά να φουντώσει τους επόμενους μήνες.«Αν δεν υπάρξει κάποιο διάδοχο σχήμα προγράμματος, κόβεται απευθείας η χρηματοδότηση των ελληνικών τραπεζών από την ΕΚΤ» σημειώνει κορυφαίο τραπεζικό στέλεχος στα «ΝΕΑ», εκφράζοντας παράλληλα επιφυλάξεις για το στοίχημα της εξόδου από το τρίτο πρόγραμμα το καλοκαίρι του 2018.

Πλήγμα για τη ρευστότητα

Υπάρχουν πολλοί αστάθμητοι παράγοντες, εξηγεί, περιγράφοντας αφενός την ισορροπία δυνάμεων στην ευρωζώνη αναλόγως του εκλογικού αποτελέσματος στη Γερμανία, την απροσδιόριστη στάση που θα τηρήσει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και αφετέρου τη δυνατότητα του ελληνικού κυβερνητικού προσωπικού να φέρει εις πέρας εντός των χρονοδιαγραμμάτων όλες τις απαιτήσεις του τρίτου Μνημονίου και ενδεχομένως όσες νέες προκύψουν από την πλευρά του ΔΝΤ.  

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα επανέφερε το λεγόμενο waiver για τα ελληνικά ομόλογα, κάνοντάς τα και πάλι αποδεκτά ως ενέχυρα για πράξεις χρηματοδότησης από τον Ιούνιο του 2016. Το παράθυρο άνοιξε μετά την ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης, με το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ να λαμβάνει υπόψη τη δέσμευση της ελληνικής κυβέρνησης να τηρήσει τους όρους του Μνημονίου.

Τα ελληνικά «χαρτιά» γίνονται αποδεκτά από την ΕΚΤ, εφόσον η χώρα είναι σε πρόγραμμα και οι όροι του τηρούνται. Χωρίς πρόγραμμα, η παραμονή των ελληνικών ομολόγων στην κατηγορία κοντά στα «σκουπίδια» βάζει αυτόματα κόφτη στην αποδοχή τους από το ευρωσύστημα.

Το ελάχιστο αποδεκτό όριο πιστοληπτικής διαβάθμισης για να γίνουν αποδεκτά τα ελληνικά ομόλογα από την ΕΚΤ είναι ΒΒΒ- (ομόλογα με επαρκή πιστοληπτική ικανότητα) και απέχει ακόμα τρεις βαθμίδες από τα σημερινά επίπεδα.

Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι εφόσον η Ελλάδα βγει από το Μνημόνιο, ανακτώντας σταδιακά διατηρήσιμη πρόσβαση στις αγορές, οι αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας θα είναι αλλεπάλληλες.

Παράγοντες της αγοράς οι οποίοι γνωρίζουν πολύ καλά τις αναγκαίες συνθήκες δραστικής μεταβολής της πιστοληπτικής ικανότητας της ελληνικής οικονομίας εξηγούν ότι «θα πάρει τουλάχιστον τρία χρόνια για να φτάσουν τα ελληνικά ομόλογα να απολαμβάνουν βαθμολόγηση ΒΒΒ-», με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα αλλά και το κόστος δανεισμού του ελληνικού Δημοσίου.

Το παράδειγμα της Κύπρου είναι ενδεικτικό. Η χώρα πέτυχε καθαρή έξοδο από το Μνημόνιο από τον Μάρτιο του 2016, αλλά ακόμα και σήμερα οι τράπεζές της δεν έχουν πρόσβαση στα φθηνά κεφάλαια της ΕΚΤ. Τα κυπριακά ομόλογα έχουν χαμηλότερη από την αποδεκτή πιστοληπτική αξιολόγηση (υπολείπονται κατά μία βαθμίδα). Εκεί όμως οι καταθέσεις ρέουν.

Στην Κύπρο, παρά το κούρεμα, οι καταθέσεις αυξάνονται με ετήσιο ρυθμό κοντά στο 5%. Στην Ελλάδα «είναι αμφίβολο το χρονικό σημείο πλήρους αποκατάστασης της εμπιστοσύνης ώστε να επανέλθουν στο τραπεζικό σύστημα 10-15 δισ. ευρώ καταθέσεων, τροφοδοτώντας τη ρευστότητα» παρατηρεί τραπεζικός συνομιλητής μας, υπενθυμίζοντας πως «ακόμα υπάρχουν capital controls».