Παρότι υπάρχει η Ελλάδα βλέπει φως στο τούνελ των μνημονίων, ακόμα μένουν πολλά να γίνουν και ο δρόμος προς την έξοδο δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα, εκτιμά σε δημοσίευμά της η εφημερίδα Wall Street Journal, με αφορμή την ψήφιση του πολυνομοσχεδίου, χτες, Δευτέρα.

«Έπειτα από οκτώ χρόνια οικονομικής και πολιτικής αναταραχής, η χώρα βρίσκεται σε απόσταση βολής από το να απελευθερωθεί από τις συνταγές των προγραμμάτων διάσωσης οι οποίες υπήρξαν τραυματικές για τους πολίτες της και που έφεραν την ευρωζώνη στα όριά της», σχολιάζει αρχικά το δημοσίευμα της Νεκταρίας Σταμούλη και συνεχίζει:

«Τόσο η Αθήνα, όσο και οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ανυπομονούν να αφήσουν πίσω τους το ελληνικό δράμα, και μια έξοδος από το μνημόνιο κατά τη λήξη του τον Αύγουστο, φαντάζει πιθανή»

Ωστόσο, κατά τη WSJ, οι επόμενοι μήνες θα καθορίσουν εάν η Αθήνα θα έχει την πολυπόθητη «καθαρή έξοδο», ή θα τη συνοδεύουν πολιτικές δεσμεύσεις που θα αποτρέπουν την επανάληψη της κρίσης χρέους που σημειώθηκε την τελευταία δεκαετία.

Η ομαλή ολοκλήρωση της τρίτης αξιολόγησης – καθώς την Δευτέρα ψηφίστηκε το πολυνομοσχέδιο με τα προαπαιτούμενα- θα ανοίξει το δρόμο για τις τελικές μεταρρυθμίσεις που θα πρέπει να εφαρμόσει η Ελλάδα ώστε να προετοιμάσει την οικονομία της και τα δημόσια οικονομικά της ώστε να μπορέσει να επιβιώσει χωρίς τη γραμμή στήριξης από τους Ευρωπαίους και διεθνείς πιστωτές, τονίζει η WSJ και συνεχίζει:

«Η συζήτηση για το μεταμνημονιακό μέλλον της Ελλάδας ενδεχομένως να αρχίσει τον Απρίλιο κατά τη διάρκεια της εαρινής συνόδου του ΔΝΤ, και η τελική απόφαση δεν αναμένεται πριν τον Ιούνιο»

«Η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα θέλει να ανεβάσει την μειούμενη δημοτικότητά της, πετυχαίνοντας μια άνευ όρων ρήξη με την εποχή του μνημονίου. Ένα τέλος σε αυτό… έπος θα ενίσχυε την αυτοπεποίθηση της ΕΕ, η οποία εμφανίζεται οικονομικά υγιής, ενώ θα απελευθερώσει τους πολιτικούς που θα μπορέσουν να επικεντρωθούν σε άλλα ζητήματα όπως το Brexit» τονίζει η Wall Street Journal.

«Αλλά και η Αθήνα», συνεχίζει η αμερικανική εφημερίδα, «έχοντας επίγνωση της ανάκαμψης που είδαν άλλες προβληματικές χώρες όπως η Πορτογαλία και η Ιρλανδία, ελπίζει σε μια μεταμνημονιακή ώθηση. Οι σφικτοί προϋπολογισμοί που απαιτούν οι δανειστές – και μια μη ανταγωνιστική οικονομία – κράτησαν τη χώρα μακριά από μια ευρεία επάνοδο, παρότι η οικονομία της αποδίδει καλύτερα, σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια».

Πάντως, οποιαδήποτε τελική απόφαση για την έξοδο από το μνημόνιο, θα αναγκάσει τις ελληνικές αρχές να προχωρήσουν σε μια σειρά από προσεκτικά βήματα. «Πρώτον, η κυβέρνηση θα πρέπει να προωθήσει μια βαριά ατζέντα ιδιωτικοποιήσεων, για την οποία μέχρι πρότινος ήταν διστακτική. Οι ελληνικές τράπεζες – οι οποίες έχουν στα βιβλία τους εγγεγραμμένα περίπου 100 δισ. ευρώ σε μη εξυπηρετούμενα δάνεια- θα περάσουν από τεστ αντοχής, τα οποία ίσως τις αναγκάσουν να αναζητήσουν φρέσκα κεφάλαια», σημειώνει η WSJ και προσθέτει:

«Η Ελλάδα πρέπει να κάνει περισσότερα, ώστε να ελκύσει διεθνείς επενδυτές για τα ομόλογά της. Οι συνθήκες μοιάζουν ευοίωνες, το περασμένο καλοκαίρι, η πρώτη διεθνής έκδοση ομολόγου σε τρία χρόνια συνάντησε ισχυρή ζήτηση, και οι πρόσφατες αποδόσεις των 10ετών ομολόγων έπεσαν σε χαμηλά δεκαετίας.  (…) Με το μαξιλαράκι από τις δόσεις του προγράμματος που δεν έχουν εκταμιευθεί καθώς επίσης και με εξόδους στις αγορές πριν το Μάιο, η Ελλάδα θα μπορεί να ικανοποιήσει τις χρηματοδοτικές της ανάγκες χωρίς στήριξη από τους δανειστές, λένε επενδυτές, η κυβέρνηση και οι δανειστές της».

Ωστόσο ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας ανέφερε πως η χώρα θα έπρεπε να ζητήσει μια πιστοληπτική γραμμή από τους Ευρωπαίους για μετά τον Αύγουστο, ώστε να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη των επενδυτών.

«Οι φόβοι ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να επιστρέψει στις παλιές της συνήθειες, σημαίνουν πρακτικά πως οι πιστωτές θα επιμείνουν ώστε η Αθήνα να συμφωνήσει σε έναν πολύ στενό έλεγχο των δημοσιονομικών της για αρκετά χρόνια και να συνεχίσει τις μεταρρυθμίσεις ώστε να επιδιορθώσει την σκληρωτική της οικονομία», αναφέρει η WSJ.

«Το βασικό ζήτημα είναι να αποτραπεί η Αθήνα από τον εκτροχιασμό, όταν ολοκληρωθεί το πρόγραμμα, ιδίως στο δημοσιονομικό κομμάτι, την αγορά εργασίας και τη δημόσια διοίκηση», ανέφερε ο Βολφράνγκο Πικόλι, της Teneo Intelligence.

Οι εν λόγω όροι θα μπορούσαν να περιληφθούν στο πακέτο ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους. Η Αθήνα πίεσε σκληρά τους δανειστές της γι αυτό, ωστόσο οι τελευταίοι επέμειναν οι οποιεσδήποτε διεργασίες να γίνουν στο τέλος του προγράμματος. Σε κάθε περίπτωση, οι δανειστές λένε πως η Ελλάδα, όπως και οι υπόλοιπες χώρες που βγήκαν από το πρόγραμμα, θα παραμείνει υπό εποπτεία έως ότου αποπληρωθεί το 75% του χρέους, κάτι το οποίο αναμένεται να γίνει το 2060. Και η ακριβής φύση της εν λόγω επιτήρησης αναμένεται να καθοριστεί κατά τις διαπραγματεύσεις με τους δανειστές τους επόμενους μήνες.