Σε τροπολογία στη Βουλή με βάση την οποία θα διαγραφούν οριστικώς τουλάχιστον 12,5 δισ. ευρώ παλαιά ληξιπρόθεσμα χρέη, τα οποία είναι καταχωρημένα σε βιβλία της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων ως «ανεπίδεκτα είσπραξης» (δηλαδή μη εισπράξιμα) προχωρεί το αργότερο έως τα τέλη Μαρτίου το Υπουργείο Οικονομικών, δίνοντας τέλος σε μια στάσιμη  κατάσταση «παγωμένων» ανεξόφλητων χρεών που ενώ έχουν εδώ και χρόνια βεβαιωθεί από τον φοροεισπρακτικό μηχανισμό δεν έχει μέχρι σήμερα εισπραχτεί ευρώ.

Το Υπουργείο Οικονομικών θα προχωρήσει στην κατάθεση και ψήφιση της τροπολογίας στη Βουλή, καθώς αυτό αποτελεί δέσμευση και στο επικαιροποιημένο Μνημόνιο, ώστε να υπάρχουν ξεκάθαρα κριτήρια για το ποιες ληξιπρόθεσμες οφειλές είναι πιθανόν να εισπραχτούν και ποιές όχι, ώστε ο φοροεισπρακτικός μηχανισμός να απαλλαγεί από υποθέσεις χωρίς ελπίδα είσπραξης χρεών και να στραφεί στη διεκδίκηση  οφειλών από συστηματικούς κακοπληρωτές οι οποίοι διαθέτουν περιουσιακά και εισοδηματικά στοιχεία.

Σύμφωνα με την φορολογική διοίκηση ως «ανεπίδεκτα είσπραξης» χαρακτηρίζονται τουλάχιστον για μια δεκαετία  ληξιπρόθεσμα χρέη για τα οποία, μετά από ελέγχους, σε περιουσιολόγιο και τράπεζες, ειδικών ελεγκτών της εφορίας, διαπιστώθηκε ότι οι υπόχρεοι ή τα  συνυπόχρεα πρόσωπα δεν διαθέτουν αντικειμενικά κινητά ή ακίνητα περιουσιακά στοιχεία, παρότι σε βάρος τους έχουν ασκηθεί ποινικές διώξεις ή αναγκαστικά μέτρα είσπραξης επί κινητών, ακινήτων ή άλλων απαιτήσεων με επίσπευση του δημοσίου.

Στην πραγματικότητα, πρόκειται για πτωχευμένες επιχειρήσεις, επιχειρήσεις που έβαλαν λουκέτο εδώ και πολλά χρόνια, θανόντες οφειλέτες, οφειλέτες που βρίσκονται έγκλειστοι σε φυλακές κλπ. Στα συγκεκριμμένα φυσικά ή νομικά πρόσωπα (επιχειρήσεις) με ληξιπρόθεσμα χρέη άνω των 100.000 ευρώ δεν επιτρέπεται η χορήγηση φορολογικής ενημερότητας, δεσμεύονται τραπεζικοί λογαριασμοί και θυρίδες, καθώς και κάθε εισόδημα ή περιουσιακό στοιχείο που θα αποκτήσουν στο εξής. Τα παραπάνω «ανεπίδεκτα είσπραξης» χρέη διαγράφονται σήμερα 20 χρόνια, μετά τη βεβαίωσή τους από την εφορία.

Εκτός από τα 12,5 δισ. ευρώ «ανεπίδεκτα είσπραξης» χρέη υπάρχουν και τα αβέβαιης ή περιορισμένης είσπραξης ληξιπρόθεσμα χρέη, τα οποία αφορούν κυρίως οφειλές παρελθόντων ετών  Δημοσίων Οργανισμών, ΔΕΚΟ και δημοτικών  επιχειρήσεων και τα οποία  εκτιμάται ότι αγγίζουν τα 9 δισ. ευρώ.

Αλλα 8 δισ. ευρώ «χαμένων» χρεών αφορούν ληξιπρόθεσμες οφειλές επιχειρήσεις που τελούν υπό ειδική εκκαθάριση. Με ένα λόγο σχεδόν 30 δισ. ευρώ από τα 102 δισ. ευρώ των βεβαιωμένων ληξιπρόθεσμων χρεών ανήκουν στην κατηγορίοα των αβέβαιων ή οριστικώς αδύνατων προς είσπραξη χρεών, τώρα ή στο μέλλον, από το δημόσιο.