Στο 3,5% διαμορφώθηκε η τιμολόγηση του νέου 7ετούς ομολόγου που εξέδωσε το ελληνικό Δημόσιο.

Οι επενδυτές προσέφεραν στο ελληνικό Δημόσιο περίπου 6,5 δισ. ευρώ. υπερακαλύπτοντας κατά πολύ το στόχο που είχε θέσει το υπουργείο Οικονομικών, ο οποίος είχε προσδιοριστεί στα 3 δισ. ευρώ.

Η έκδοση ήταν προγραμματισμένη να γίνει την Δευτέρα, ωστόσο δεν προχώρησε λόγω της αναταραχής στις διεθνείς αγορές, ενώ η εντολή για την έκδοση ανακοινώθηκε επίσημα τη Δευτέρα, με τις Barclays, BNP Paribas, Citigroup, JP Morgan και Nomura.

Σύμφωνα με την απόφαση του αναπληρωτή υπουργού Οικονομικών Γιώργου Χουλιαράκη, που δημοσιεύθηκε τη Δευτέρα στο ΦΕΚ, η έκδοση θα είναι κοινοπρακτική, σταθερού επιτοκίου, όπως αυτό θα προκύψει από το βιβλίο προσφορών, διάρκειας 7 ετών. Η ονομαστική αξία των ομολόγων θα είναι 1.000 ευρώ και κατά την ημερομηνία έκδοσής τους θα διατεθούν στην τιμή διάθεσης που θα προκύψει από το βιβλίο προσφορών

Για την έκδοση θα δοθεί προμήθεια έως 3 εκατ. ευρώ, η οποία θα παρακρατηθεί από τις προσόδους της έκδοσης. Το ελληνικό Δημόσιο διατηρεί το δικαίωμα να αυξάνει το ποσό της έκδοσης, εκδίδοντας ομόλογα της ίδιας έκδοσης με δημοπρασία, κοινοπραξία ή όποιο τρόπο διάθεσης επιθυμεί. Τα ομόλογα είναι διαπραγματεύσιμα στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, στην Ηλεκτρονική Δευτερογενή Αγορά τίτλων (ΗΔΑΤ) και στη διατραπεζική αγορά.

Πρόκειται για τη μία από τις τρεις εκδόσεις τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου που σχεδιάζει να πραγματοποιήσει η κυβέρνηση στο διάστημα από τώρα και την ολοκλήρωση του προγράμματος οικονομικής πολιτικής τον ερχόμενο Αύγουστο.

Στόχος είναι να αποκατασταθεί η σταθερή πρόσβαση της χώρας στις αγορές και η ελληνική οικονομία να επανέλθει στην κανονικότητα μετά τη λήξη του προγράμματος.

Αξίζει να σημειωθεί πως η σημερινή έκδοση συμπίπτει χρονικά με την ολοκλήρωση των διαδικασιών τρίτης αξιολόγησης του προγράμματος προσαρμογής, η οποία βρίσκεται στην τελική ευθεία.

Με τη σειρά του ο υπουργός Οικονομικών, Ευκλείδης Τσακαλώτος υποστήριξε ότι «Η σημερινή έξοδος της Ελλάδας στις αγορές αποτελεί απόδειξη ότι όχι μόνο μπορούμε να αντλήσουμε νέα χρήματα, αλλά είμαστε σε θέση να το κάνουμε και κάτω από συνθήκες όχι ιδιαίτερα ευνοϊκές».