Με μια σειρά από προκλήσεις ιστορικού χαρακτήρα θα βρεθεί τους επόμενους μήνες αντιμέτωπη η Ευρωπαϊκή Ένωση. Πέρα από τη θεσμική μεταρρύθμιση της ΕΕ και ιδίως της Ευρωζώνης, ο επόμενος μακροπρόθεσμος προϋπολογισμός, μετά το 2020, θα καθορίσει την πορεία των ερχόμενων ετών όχι μόνο σε οικονομικό αλλά και σε πολιτικό επίπεδο, αναφέρει το Δελτίο Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών.

H διαμόρφωση του Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου (2021-2027) θα είναι μια δοκιμασία για την Ευρωπαϊκή Ένωση, αφού οι 27 στη μετά Brexit εποχή θα κληθούν να αναδιανείμουν τους πόρους με νέα δεδομένα: Χωρίς την έως τώρα δεύτερη μεγαλύτερη χώρα σε εισφορές (Βρετανία), με αυξανόμενη πολιτική επιρροή του εθνικιστικού λαϊκισμού και με διαμορφωμένα στρατόπεδα κρατών-μελών (Visegrad, Club Med, Γερμανία και «δορυφόροι»).

Οι δύο γραμμές για την κάλυψη του «βρετανικού κενού»

Οι εμπλεκόμενες πλευρές έχουν ήδη δείξει τις προθέσεις τους. Ιδιαίτερα ακανθώδες είναι το ζήτημα της κάλυψης του χρηματοδοτικού κενού που δημιουργεί η απόφαση αποχώρησης της Βρετανίας. Θα αυξήσουν τα κράτη-μέλη τις εισφορές τους ή θα μειωθούν συνολικά οι δαπάνες; Αυτό είναι το βασικό ερώτημα που κινεί τις ζυμώσεις σε πολλαπλά επίπεδα στο εσωτερικό της ΕΕ, προκαλώντας ήδη αντιπαραθέσεις.

Η Κομισιόν, η οποία θα παρουσιάσει τις προτάσεις της στις 2 Μαΐου, τάσσεται υπέρ της αύξησης των εισφορών των χωρών (όπως και η Γερμανία και η Γαλλία), προειδοποιεί ωστόσο για το ενδεχόμενο καθυστέρησης στην ολοκλήρωση του νέου επταετούς χρηματοδοτικού πλαισίου, με κίνδυνο να υπάρξει προσωρινός προϋπολογισμός, σημαντικές καθυστερήσεις στην έναρξη των νέων προγραμμάτων και, κατ’ επέκταση, χρονική υστέρηση στην επίτευξη των χρηματοδοτικών προτεραιοτήτων της ΕΕ.

Τη διαμόρφωση του προϋπολογισμού θα επηρεάσουν και παράγοντες που έχουν ήδη προκαλέσει τριβές, όπως η διαχείριση της προσφυγικής/μεταναστευτικής κρίσης. Η Γερμανίδα Καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ πρότεινε τη σύνδεση των κοινοτικών πόρων με την επίδειξη αλληλεγγύης μέσω υποδοχής και εγκατάστασης προσφύγων, προκαλώντας την άμεση αντίδραση της Πολωνίας και της Ουγγαρίας. Το ζήτημα της αιρεσιμότητας (conditionality), την οποία υποστηρίζει και η Κομισιόν, αναμένεται να παίξει κρίσιμο ρόλο, με την αντίδραση των δύο χωρών να είναι ενδεικτική για τα όσα διακυβεύονται στις σχετικές ζυμώσεις.

Ευρωβουλευτές της Προοδευτικής Συμμαχίας (Progressive Caucus) υποστήριξαν σε πρόσφατο άρθρο τους ότι «η ΕΕ χρειάζεται ένα σύστημα βασισμένο κυρίως στους ίδιους πόρους», υπογραμμίζοντας ότι «αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο είναι απαραίτητο να ενισχυθεί η ικανότητα είσπραξης φόρων, να καταπολεμηθεί η φοροαποφυγή και η φοροδιαφυγή και να διασφαλιστεί η φορολογική δικαιοσύνη. Είναι καιρός όλοι οι τομείς της οικονομίας να αρχίσουν να συμβάλλουν σε επενδύσεις στα ευρωπαϊκά δημόσια αγαθά. Είναι επίσης καιρός να δώσουμε στην ΕΕ έναν προϋπολογισμό που να ανταποκρίνεται στους στόχους και τις φιλοδοξίες της». Το βέβαιο είναι ότι η αύξηση του προϋπολογισμού –με μεγαλύτερη συνεισφορά των πλουσιότερων κρατών– θα διασφαλίσει τις πολιτικές συνοχής και τους πόρους για την Κοινή Αγροτική Πολιτική.

Το νέο πλαίσιο δείχνει το μέλλον

Στόχος είναι το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της ΕΕ να έχει υιοθετηθεί ως τον Ιανουάριο του 2019, λίγους μήνες πριν από τις Ευρωεκλογές. Μέχρι τότε, ο πολιτικός χρόνος φαντάζει βασανιστικά μακρύς, με τη Γηραιά Ήπειρο να καλείται να απαντήσει στα παραπάνω δύσκολα και κρίσιμα ερωτήματα.

Οι προτεραιότητες του προϋπολογισμού της περιόδου 2021-2027 θα καταδείξουν προς τα πού βαδίζει πολιτικά και κοινωνικά η Ευρώπη: εάν άντλησε τα αναγκαία διδάγματα από τις πρόσφατες κρίσεις που κλόνισαν τη συνοχή της, δημιουργώντας πολλαπλές ταχύτητες και στρατόπεδα. Θα είναι ένας κοινωνικός προϋπολογισμός, με στόχο την καταπολέμηση των ανισοτήτων στην Ευρώπη; Θα ενισχύσει την προοπτική της αλληλεγγύης, του κοινού οράματος, του διαμοιρασμού των βαρών και της συνδιαχείρισης των κρίσεων;

Το στοίχημα δεν είναι απλά να καλυφθεί το σημαντικό κενό άνω των 12 δισεκατομμυρίων που θα αφήσει η αποχώρηση της Μ. Βρετανίας, αλλά να υπάρξει ένα πλάνο ενίσχυσης της διαπεριφερειακής συνοχής ώστε να περιοριστούν οι επιπτώσεις της λιτότητας, που είχαν ανυπολόγιστο κοινωνικό κόστος διευρύνοντας τις ανισότητες.