Επί τάπητος τέθηκαν οι γενικές κατευθυντήριες γραμμές για τον σχεδιασμό των προγραμμάτων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου με χώρες-μέλη της Ευρωζώνης και άλλων τριών νομισματικών ενώσεων στο Εκτελεστικό Συμβούλιο του Ταμείου που πραγματοποιήθηκε στις 21 Φεβρουαρίου.

Το Ταμείο σε ανακοίνωσή του αναφέρει ότι η συζήτηση έγινε στη βάση έκθεσης των στελεχών του, με τίτλο: «Σχεδιασμός των προγραμμάτων σε νομισματικές ενώσεις». Οι κατευθυντήριες γραμμές θα ισχύσουν άμεσα ή από την επόμενη αξιολόγηση ενός προγράμματος σε περίπτωση τρέχουσας συμφωνίας, αναφέρει το Ταμείο.

Μεταξύ άλλων οι διευθυντές του ΔΝΤ υπογράμμισαν, ότι ο σχεδιασμός του προγράμματος θα πρέπει να βασίζεται, στον βαθμό που είναι αυτό δυνατό, σε πολιτικές, στις οποίες οι εθνικές Αρχές του μέλους έχουν άμεσο ή έμμεσο έλεγχο. Οι διευθυντές συμφώνησαν, ότι στο βαθμό που τα μέλη μίας νομισματικής ένωσης έχουν μεταφέρει σημαντικές οικονομικές και χρηματοπιστωτικές πολιτικές σε θεσμούς της ένωσης, θα πρέπει να αναζητούνται διαβεβαιώσεις σχετικά με τις δράσεις των θεσμών αυτών, όταν οι πολιτικές προσαρμογής των χωρών δεν θα μπορούσαν από μόνες τους να επιτύχουν τους στόχους του προγράμματος. Η έκταση των δράσεων αυτών θα περιορίζονται κανονικά στη συγκεκριμένη χώρα - μέλος. Το κατώφλι για να χρησιμοποιήσει το Ταμείο τους δικούς τους πόρους, με την προϋπόθεση της ανάληψης δράσης από έναν θεσμό στο επίπεδο της ένωσης, είναι το ίδιο όπως και για τις πολιτικές που βρίσκονται στον έλεγχο του ίδιου του μέλους: Το μέτρο πρέπει να θεωρείται καθοριστικής σημασίας για την επιτυχία του προγράμματος.

Ακόμη, συμφώνησαν ότι το Ταμείο δεν θα αναζητά διαβεβαιώσεις για την πολιτική από έναν θεσμό της ένωσης, οι οποίες θα συνεπαγόταν ότι αυτός θα αναλάμβανε δράσεις που δεν είναι συνεπείς με την εντολή του και τα νομικά και θεσμικά πλαίσια. Οι Διευθυντές συμφώνησαν ότι οι διαβεβαιώσεις για καθοριστικής σημασίας δράσεις της πολιτικής πρέπει να είναι σαφείς, συγκεκριμένες, ελέγξιμες και - όταν είναι αναγκαίο - με χρονική προθεσμία. Οι διαβεβαιώσεις για την πολιτική πρέπει να είναι κατάλληλες, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της σχετικής δράσης πολιτικής. Θα πρέπει να παρέχονται γραπτώς, με τη μορφή επιστολής από τον σχετικό θεσμό της ένωσης στη γενική διευθύντρια του ΔΝΤ ή μίας δημοσιευμένης ανακοίνωσης. Σε έναν περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων, η διαβεβαίωση θα μπορούσε να δίνεται σε εμπιστευτική μορφή.

Τόνισαν δε ότι τα μέτρα, για τα οποία έχουν ζητηθεί διαβεβαιώσεις, πρέπει να είναι καθοριστικής σημασίας για την επιτυχία του προγράμματος των μελών. Στην περίπτωση που ένα τέτοιο μέτρο δεν εφαρμόζεται πλήρως, μία απόφαση του Εκτελεστικού Συμβουλίου για την έγκριση της χρήσης πόρων του Ταμείου θα πρέπει να εξαρτάται από τη διαπίστωση ότι, παρά ταύτα, μπορεί να επιτευχθούν οι στόχοι του προγράμματος. Μία τέτοια διαπίστωση θα βασίζεται στην αξιολόγηση των στελεχών του Ταμείου ότι το έλλειμμα στην εφαρμογή της πολιτικής είναι μικρής σημασίας ή προσωρινό ή ότι έχει ληφθεί επαρκής διορθωτική δράση.