Την αντίστροφή μέτρηση για την έξοδο από το πρόγραμμα θα σημάνει και τυπικά η αυριανή συνάντηση των υπουργών Οικονομικών της ευρωζώνης στη Σόφια, όπου θα βρεθεί επί τάπητος το ελληνικό χρέος, μια συζήτηση που θα ενταθεί καθώς οδεύουμε προς τον Αύγουστο.

Η όποια λύση αποφασιστεί για τα μέτρα ελάφρυνσης, θα καθορίσει εν πολλοίς και τους όρους εξόδου από το πρόγραμμα, αλλά και το κατά πόσο θα είναι πετυχημένη η μεταμνημονιακή εποχή για τη χώρα μας.

Σκληρή γραμμή από Βερολίνο

Η πρώτη βασική μετατόπιση του Σοσιαλδημοκράτη υπουργού Οικονομικών της Γερμανίας Όλαφ Σολτς, σε σχέση με τον προκάτοχό του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, είναι το γεγονός ότι το Βερολίνο… δέχεται να συζητήσει για πιθανά μέτρα ελάφρυνσης. Το ζήτημα βεβαίως είναι με τι όρους το κάνει και ποιες απαιτήσεις έχει.

Με βάση όσα έχουν γίνει γνωστά, οι υπουργοί Οικονομικών της ευρωζώνης επεξεργάζονται την πρόταση της Γαλλίας για τον μηχανισμό ανάπτυξης. Ορισμένοι δε βλέπουν σε αυτή την ιδέα πτυχές των όσων είχε προτείνει ο τέως υπουργός Οικονομικών Γιάνης Βαρουφάκης – και έσπευσαν να την απαξιώσουν τότε πολιτικοί και οικονομικοί παράγοντες εντός και εκτός Ελλάδα- και πρόκειται για μια απλή ιδέα: Είναι ένας μηχανισμός που συνδέει τις αποπληρωμές ομολόγων με τους ρυθμούς ανάπτυξης της Ελλάδας. «Σε κακούς οικονομικά καιρούς η Ελλάδα θα πληρώνει λιγότερα στους πιστωτές της. Εάν η οικονομία πηγαίνει καλύτερα απ ότι αναμενόταν τότε θα πληρώνει περισσότερα. Και βάσει του σχεδίου η Ελλάδα δεν θα λάβει ονομαστική περικοπή του χρέους της – μια ιδέα που απορρίπτεται από το σύνολο της Ευρωζώνης και που ικανοποιεί τις πιο σκληροπυρηνικές κυβερνήσεις», γράφουν οι Financial Times.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο ωστόσο αρχίζει η σκληρή γραμμή του Βερολίνου και των «δορυφόρων» του εντός της ευρωζώνης, σε αντιδιαστολή με τα όσα ζητούν ΔΝΤ, Γαλλία και Κομισιόν: Η Γερμανία λοιπόν ζητεί να υπάρχει πολιτικός έλεγχος στον επίμαχο μηχανισμό, να συνδέεται με προαπαιτούμενα και να υπάρχουν ετήσιες αξιολογήσεις με επίβλεψη από τα κοινοβούλια. Η εφημερίδα Handelsblatt, από πλευρά της επεξηγεί πως σύμφωνα με την οπτική του Βερολίνου, ο εν λόγω μηχανισμός «μπορεί να ενεργοποιηθεί και να συνεχίσει να λειτουργεί εφόσον, κατά τις τακτικές αξιολογήσεις, η Ελλάδα τηρεί τις μεταπρογραμματικές δεσμεύσεις της, όπως αυτές που προκύπτουν από τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες».

Από την άλλη όμως το Παρίσι, το ΔΝΤ και οι Βρυξέλλες, αντιτίθενται στον ημι-αυτόματο μηχανισμό καθώς εκτιμούν πως οι αγορές δεν θα λάβουν ένα ισχυρό σήμα ότι η Ευρωζώνη δίνει πράγματι βάρος σε αυτόν τον μηχανισμό. Επίσης, σύμφωνα με τη Handelsblatt το ΔΝΤ δεν θέλει να εξαρτάται η ελάφρυνση του χρέους από προϋποθέσεις, γιατί έτσι δεν είναι σε θέση να συντάξει μια αξιόπιστη ανάλυση βιωσιμότητάς του. Αν τα μέτρα ελάφρυνσης δεν είναι δεδομένα, δεν μπορεί να τα εντάξει στο μοντέλο του. 

Ακόμη ένα σημείο τριβής ωστόσο είναι το μέγεθος χρέους που θα καλυφθεί με τα μέτρα. Το ΔΝΤ ζητεί να ελαφρυνθεί το χρέος κατά 100 δισεκατομμύρια ευρώ, λίγο λιγότερα απ όσα έλαβε η Ελλάδα στο δεύτερο πακέτο βοήθειας. Ωστόσο το Βερολίνο, αρνείται γιατί κατά την οπτική του, θα χρειαζόταν να συνεισφέρει τη μερίδα του λέοντος στην ελάφρυνση, πράγμα που είναι πολιτικά δύσκολο να διαχειριστεί η Άνγκελα Μέρκελ που υπέστη σημαντικές απώλειες στις πρόσφατες εκλογές και βλέπει τα περιθώρια ελιγμών της να μειώνονται σημαντικά.

Σε κάθε περίπτωση, όπως τονίζουν σε κάθε τόνο ευρωπαίοι αξιωματούχοι, για να ξεκινήσει η εν λόγω συζήτηση πρώτα θα πρέπει η Ελλάδα να κλείσει την τέταρτη αξιολόγηση.