Στο Eurogroup της Πέμπτης στο Λουξεμβούργο κρίνεται εν πολλοίς η τύχη και η οικονομική πορεία της Ελλάδας τα ερχόμενα χρόνια. Και αυτό γιατί, στη σύνοδο των υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης θα ληφθούν και θα ανακοινωθούν οι οριστικές αποφάσεις για τη διευθέτηση και ελάφρυνση του ελληνικού δημόσιου χρέους, λίγο πριν από την έξοδο της χώρας από το Μνημόνιο και την προσφυγή για δανεισμό στις διεθνείς αγορές χρήματος.

Αν επικρατήσουν εξ ολοκλήρου οι γερμανικές θέσεις (περισσότερα χρήματα στην Ελλάδα από το δάνειο των 86 δισ. ευρώ του τρίτου Μνημονίου αντί μικρότερης ελάφρυνσης του χρέους της), τα αποτελέσματα για την Ελλάδα θα είναι πενιχρά, εκτός εάν το Βερολίνο βάλει νερό στο κρασί του (ή μάλλον στη μπύρα τους) και συναινέσει όπως ζητεί το ΔΝΤ και άλλες χώρες σε πιο δραστικά μέτρα ελάφρυνσης.

Από την άλλη, όποια μέτρα ελάφρυνσης κι αν αποφασιστούν,  αυτά θα συνδέονται υποχρεωτικά με αυστηρή επιτήρηση από μέρους των πιστωτών, ώστε να ελέγχεται εκ του σύνεγγυς (4 φορές το χρόνο) εάν εφαρμόζονται πιστά τα ήδη ψηφισμένα μέτρα, εάν πιάνονται τα πρωτογενή  πλεονάσματα, και εάν εν τέλει εφαρμόζονται οι μεταρρυθμίσεις  που συμφωνήθηκαν για μετά το τέλος του προγράμματος προσαρμογής κλπ.

Η «προίκα» των διευκολύνσεων για την κυβέρνηση

1) «Προίκα», περίπου 10-12 δισ. ευρώ, από το εναπομείναν δάνειο των 86 δισ. ευρώ του τρίτου Μνημονίου, ώστε να συμπεριληφθεί στο απόθεμα χρημάτων (μαξιλάρι ασφαλείας) που έχει σχηματίσει η χώρα μας με ποσά που έλαβε από τις εκδόσεις ομολόγων, διαθέσιμα των φορέων του δημοσίου στην Τράπεζα της Ελλάδος, περίσσευμά από τα πρωτογενή πλεονάσματα κλπ. Στόχος, το απόθεμα χρημάτων ή «μαξιλάρι» ασφαλείας είναι να ξεπεράσει κατά πολύ τα 20 δισ. ευρώ ώστε με αυτά η χώρα μας να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της (κάλυψης εσωτερικών αναγκών και εξόφλησης δανείων) σε περίπτωση που θα αδυνατεί  έως το 2021 να βγει να δανειστεί, λόγω υψηλών επιτοκίων, στις διεθνείς αγορές χρήματος. Στην περίπτωση που δοθούν ως «προίκα» πρόσθετα ποσά 10-12 δισ. ευρώ, υιοθετείται στην πραγματικότητα η θέση της Γερμανίας που μεταφράζεται αυτόματα σε μικρότερες ανάγκες χρήματος για τη χώρα μας άρα και περιορισμένη  ελάφρυνση χρέους.

Διαβάστε επίσης:

►Guardian: Οικονομική κατάρρευση της Ελλάδας αν δεν διαγραφεί μέρος του χρέους

►Η ατζέντα της κρίσιμης συνεδρίασης του Eurogroup


2) Με τα επιπλέον χρήματα που θα λάβει από τους πιστωτές η χώρα μας (ESM) θα μπορέσει να εξοφλήσει νωρίτερα μέρος (5 δισ. ευρώ) από τα ακριβά δάνεια του ΔΝΤ ύψους 11 δισ. ευρώ που έλαβε με επιτόκιο 3,8%, μειώνοντας έτσι τη δανειακή της έκθεση σε ακριβά δάνεια.

3) Θα χορηγηθούν περίπου 4 δισ. ευρώ στη χώρα μας από κέρδη που θα έχουν συγκεντρωθεί από ελληνικά ομόλογα που αγοράστηκαν στο παρελθόν από τις κεντρικές τράπεζες των κρατών της Ευρωζώνης. Η επιστροφή των κερδών θα γίνει εφόσον θα τηρούνται επαρκώς οι δεσμεύσεις και οι όροι εφαρμογής των ψηφισμένων  μέτρων στη μεταμνημονιακή εποχή.

4) Προβλέπεται να μειωθούν στο 2,1%-2,4% του ΑΕΠ τα πρωτογενή πλεονάσματα που πρέπει να πιάνει η χώρα μας από το 2022 και μετά αντί για 2,5% που έχει συμφωνηθεί.

5) Ίσως αποτελέσει το σημαντικότερο όλων για την ομαλή πρόσβαση της Ελλάδας στις διεθνείς αγορές χρήματος. Η Ευρωζώνη θα δεσμευτεί  για περαιτέρω εκτίμηση της ανάγκης για επιπλέον ελάφρυνση χρέους στο μέλλον για τη χώρα μας. Με τη δέσμευση αυτή θα αποσταλεί  σήμα στις ανήσυχες διεθνείς αγορές χρήματος ότι η Ελλάδα θα έχει και στο μέλλον πρόσβαση στα χρηματοδοτικά εργαλεία της Ευρωζώνης, άρα δεν θα πρέπει να ανησυχούν μήπως χάσουν τα χρήματα τους εάν αγοράσουν ελληνικά ομόλογα. 

Τι δεν θα λάβει η Ελλάδα

1) Η επιμήκυνση στο χρόνο  αποπληρωμής των δόσεων του  μεγαλύτερου μέρους του χρέους (αφορά 148 δισ. ευρώ που ελήφθησαν με το 2ο Μνημόνιο) θα περιοριστεί σε μονοψήφιο αριθμό (5-7 χρόνια) αντί 15 χρόνια που ζητεί το ΔΝΤ ώστε να κρίνει ως βιώσιμο το ελληνικό χρέος.

2) Θα εφαρμοστεί με τους γερμανικούς όρους το γαλλικό μοντέλο που προέβλεπε αυτόματη σύνδεση αποπληρωμής του χρέους με την πορεία της οικονομικής ανάπτυξης στη χώρα μας, και συγκεκριμένα αποπληρωμή μεγαλύτερου μέρους του χρέους εάν υπάρχει μεγάλη αύξηση του ΑΕΠ και χαμηλότερη εάν δεν υπάρχει ανάπτυξη η εάν αυτή είναι στάσιμη ή και σε χαμηλά επίπεδα. Με βάση τη γερμανική θέση αυτό θα εφαρμόζεται μόνον εφόσον οι πιστωτές ελέγχουν, μέσω της επιτήρησης, εάν η Ελλάδα ξέμεινε από «καύσιμα» εξαιτίας πελατειακών πρακτικών του παρελθόντος ή για πραγματικούς (π.χ εξωγενείς) λόγους.