Μαζί με το βασιλικό  ποτίζεται και η γλάστρα  λέει μια λαϊκή παροιμία  και αυτό αποδεικνύεται περίτρανα με τον τουρισμό, όπου από την αύξηση-μαμούθ  τα τελευταία χρόνια του  τουριστικού  ρεύματος  στη χώρα μας, επωφελούνται και «συγγενείς» κλάδοι και δραστηριότητες όπως ο εκκλησιαστικός, ο ιαματικός και ο συνεδριακός τουρισμός.

Ο τελευταίος εκτιμάται από το σύνδεσμο Ελλήνων Επαγγελματιών Οργανωτών Συνεδρίων ότι την τριετία 2018-2020 θα εμφανίσει αύξηση στη διενέργεια διεθνών συνεδρίων στη χώρα μας κατά 30% σε σύγκριση με την προηγούμενη πενταετία.

«Σε αυτό συμβάλλουν κυρίως οι επεκτάσεις στις αεροπορικές συνδέσεις, το πλεονέκτημα της ασφάλειας που κατέχει η χώρα μας και η βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών» δηλώνει η πρόεδρος του Συνδέσμου Ειρήνη Τόλη.

Όσον αφορά τα οφέλη από τον συνεδριακό τουρισμό αυτά είναι πολλαπλάσια του παραδοσιακού τουρισμού. Κι αυτό γιατί οι επισκέπτες και συμμετέχοντες σε διεθνή συνέδρια (γιατροί, τεχνοκράτες, στελέχη εταιρειών κλπ) είναι υψηλού εισοδηματικού επιπέδου και ξοδεύουν στη χώρα μας τουλάχιστον 7 φορές φορές περισσότερα χρήματα από όσα ένας παραδοσιακός τουρίστας που έρχεται με οργανωμένο γκρουπ. Σύμφωνα με τον  σύνδεσμο οργανωτών συνεδρίων ο μέσος όρος δαπάνης ενός συμμετέχοντα σε συνέδριο είναι 1900 ευρώ αντί 690 ευρώ ενός απλού τουρίστα, ενώ ο τζίρος από τη διενέργεια ενός μέσου συνεδρίου φτάνει το 1 εκατομμύριο ευρώ.

Αυτή είναι η θετική πλευρά γιατί από την άλλη ,παρότι η χώρα μας περιλαμβάνεται στους 25 δημοφιλέστερους προορισμούς για τη διενέργεια διεθνών συνεδρίων, υπολείπεται κατά πολύ ,σε σχέση με άλλες  χώρες, σε υποδομές συνεδριακών χώρων. Μόνο στο Μέγαρο Μουσικής και στο Metropolitan Expo  μπορεί σήμερα κάποιος να διοργανώσει ένα μεγάλο συνέδριο, σε αντίθεση με χώρες όπως Τουρκία, Ισπανία, Γερμανία κλπ οι οποίες  διαθέτουν πλήθος συνεδριακών χώρων υψηλού επιπέδου.