Έλληνας γκασταρμπάιτερ, έπειτα από χρόνια απουσίας, έρχεται στην πατρίδα χωρίς να ενημερώσει τους δικούς του για να τους κάνει έκπληξη. Από το «Ελ. Βενιζέλος» παίρνει ταξί για το πατρικό του σπίτι.

Μέσα στο θλιμμένο σκηνικό του απογεύματος της Πέμπτης, με ψιλόβροχο και υγρασία στην Αττική Οδό, ακούει στο ραδιόφωνο την ομιλία του προέδρου του ΠΑΣΟΚ προς την Κοινοβουλευτική Ομάδα.

Σημειώνει – με ευχαρίστηση- τις πολλαπλές αναφορές του Γιώργου στα επιτεύγματα της κυβέρνησής του.

Χαμογελά ικανοποιημένος για τις καινοτόμες πρωτοβουλίες που ο κ. Παπανδρέου έθεσε σε δράση, βάζοντας τη χώρα σε τροχιά ρήξης με τις παθογένειες του παρελθόντος.

Αισθάνεται εθνικά υπερήφανος για τη μεγαλύτερη χρηματοδότηση που πέτυχε ποτέ χώρα στα παγκόσμια χρονικά.

«Κοίτα να δεις τι έχασα» σκέφτεται, «τόσα χρόνια που έλειπα».

Το ταξί τον αφήνει σε λαϊκή γειτονιά των δυτικών προαστίων. Μπαίνει με συγκίνηση στο σπίτι του. Βρίσκει τον γέροντα πατέρα του με εγκεφαλικό, που έπαθε όταν δεν μπόρεσε να πληρώσει τα χαράτσια που ήρθαν απανωτά. Μαθαίνει από τη μάνα του ότι οι συντάξεις εξανεμίστηκαν από τα διαρκή «ψαλίδια» και ότι τώρα πηγαίνει στη λαϊκή, μαζί με πολύ κόσμο, την ώρα που τελειώνει για να πάρει τα υπολείμματα σε φθηνές τιμές.

Ο μικρός αδερφός του, με δύο πτυχία και ένα μεταπτυχιακό είναι άνεργος και κάνει περιστασιακά τον ντελιβερά για το χαρτζιλίκι του.  Αναλογίζεται αυτά που άκουγε πριν από λίγο και χωρίς να έχει δει τη διαφήμιση του «ομορφάντρα» βροντοφωνάζει: «όνειρο ζω, μη με ξυπνάτε»!

ΥΓ. Η υπόθεση του σχολίου είναι φανταστική. Κάθε ομοιότητα με πραγματικά περιστατικά δεν είναι... τυχαία!
 
Αλέξης Παλαιολόγος