Ο ισπανός δικαστής-«σταρ» Μπαλτάσαρ Γκαρθόν, ο οποίος έγινε παγκοσμίως γνωστός για τις «σταυροφορίες» του ενάντια σε δικτάτορες, όπως ο χιλιανός Αουγκούστο Πινοτσέτ και ο ισπανός Φρανθίσκο Φράνκο, αποτελεί μία προσωπικότητα που προκαλεί έντονα συναισθήματα, μίσους ή λατρείας. Αυτή τη φορά βρίσκεται σε πολύ δύσκολη -και άβολη- θέση, αυτή του κατηγορουμένου για τρεις υποθέσεις, αντιμετωπίζοντας την ισπανική δικαιοσύνη, την οποία υπηρετεί εδώ και δεκαετίες. Ο Mπαλτάσαρ Γκαρθόν Ρεάλ γεννήθηκε το 1955 στην πόλη Tόρες της επαρχίας Χαέν. Αποτελεί το δεύτερο από τα πέντε παιδιά μιας αγροτικής οικογένειας. Διέκοψε τις εκκλησιαστικές σπουδές του όταν η οικογένειά του μετακόμισε στη Σεβίλλη και σπούδασε νομικά στην πρωτεύουσα της Ανδαλουσίας, όπου και αποφοίτησε το 1979.

Η δικαστική του καριέρα άρχισε τον Φεβρουάριο του 1981 στο δικαστήριο του Βαλβέρδε ντελ Καμίνο στην επαρχία της Ουέλβα. Λίγους μήνες νωρίτερα, τον Νοέμβριο του 1980 νυμφεύθηκε την Μαρία Ροσάριο Γιάγιο, με την οποία απέκτησε τρία παιδιά.

Ο Γκαρθόν έγινε γνωστός παγκοσμίως το 1998, όταν ζήτησε την έκδοση του Χιλιανού δικτάτορα Αουγκούστο Πινοτσέτ από το Λονδίνο. Κατάφερε να κρατήσει προφυλακισμένο μόλις 18 μήνες τον χιλιανό δικτάτορα, ο οποίος κατηγορείται για τις «εξαφανίσεις» και τους θανάτους 30.000 πολιτών της χώρας, κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην εξουσία.

Το 2008 άρχισε την πολύκροτη έρευνα για τους αγνοούμενους του ισπανικού εμφυλίου πολέμου και τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη διάρκεια της δικτατορίας του Φρανθίσκο Φράνκο (1936-1975).

Ο Γκαρθόν ασχολήθηκε και με άλλες ιδιαίτερες περιπτώσεις, όπως το 2003 που ζήτησε την σύλληψη 35 ατόμων (41 στη συνέχεια) για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση, μεταξύ των οποίων και ο Οσάμα μπιν Λάντεν. Παράλληλα, ήταν πίσω και από τη δίκη του πρώην αργεντινού αξιωματικού του ναυτικού, Αντόλφο Σιλίνγκο, ο οποίος καταδικάστηκε στην Ισπανία για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και συνολικά σε κάθειρξη 640 ετών τον Απρίλιο του 2005.

Οι τρεις απειλές για τον ισπανό δικαστή

Σε μία από τις υποθέσεις ο δικαστής κατηγορείται από την ισπανική Δικαιοσύνη για κατάχρηση εξουσίας. Αφορμή αποτελεί μια έρευνα για διαφθορά (υπόθεση Gürtel) στην οποία κατηγορείται ότι είχε διατάξει παράνομα την καταγραφή των τηλεφωνικών συνομιλιών των υπόπτων με τους δικηγόρους του. Σύμφωνα με το Δικαστήριο ο Γκαρθόν μαγνητοφώνησε τις συνομιλίες με σκοπό να συλλέξει πληροφορίες τις οποίες δεν μπορούσε να βρει από άλλες πηγές. Εάν καταδικαστεί, η καριέρα του θα λάβει τέλος, αφού η ποινή απαγόρευσης άσκησης του λειτουργήματός του θα φτάσει τα 10-17 χρόνια. Η απόφαση του δικαστηρίου δεν θα γίνει γνωστή πριν αρχίσει η δεύτερη δίκη με κατηγορούμενο τον Γκαρθόν, στις 24 Ιανουαρίου.


Ο Γκαρθόν έχει ήδη παραπεμφθεί σε δίκη με αφορμή τη δικαστική διερεύνηση των εγκλημάτων του Φράνκο. Στη δίκη αυτή κατηγορείται ότι επιχείρησε να ερευνήσει τι απέγιναν οι 100.000 «αγνοούμενοι» από την εποχή της δικτατορίας. Δύο ακροδεξιές οργανώσεις (Manos Limpias και JONS) κατέθεσαν μήνυση σε βάρος του με την κατηγορία της παράβασης καθήκοντος αφού αγνόησε την αμνηστία που είχε χορηγηθεί το 1977 για τα εγκλήματα του εμφυλίου πολέμου. Έπειτα από ασφυκτικές πιέσεις συντηρητικών σταμάτησε την έρευνα, με πολλούς να θεωρούν ότι ξεπέρασε τα όρια. Η υπόθεση αυτή, πάντως, αποτελούσε ταμπού μέχρι πρότινος για τη χώρα της Ιβηρικής χερσονήσου και μόλις τα τελευταία χρόνια άρχισε η δημόσια συζήτησή της. Εξαιτίας της μήνυσης τέθηκε σε διαθεσιμότητα από το Εθνικό Δικαστήριο αλλά έχει ήδη στραφεί στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Στρασβούργου για να αποκατασταθεί, ενώ σήμερα ο Γκαρθόν εργάζεται ως σύμβουλος στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο της Χάγης.

Ο Γκαρθόν είχε κατηγορηθεί παράλληλα, ότι είχε λάβει χρήματα από την τράπεζα Banco Santander για να οργανώσει ένα συνέδριο, ενώ είχε εγκαταλείψει για κάποιο χρονικό διάστημα το Ανώτατο Δικαστήριο για σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης. Βροντερό παρών από τους υποστηρικτές του Οι υποστηρικτές του ισπανού δικαστή έδωσαν βροντερό παρών έξω από το δικαστήριο, κρατώντας πλακάτ και πανό, εκφράζοντας την αλληλεγγύη τους στο πρόσωπο του Γκαρθόν. Πιστεύουν ότι ο δικαστής οδηγήθηκε στα δικαστήρια έπειτα από πιέσεις της Δεξιάς, εξαιτίας των υποθέσεων που είχε αναλάβει κατά το παρελθόν. Τουλάχιστον εννέα οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι στο πλευρό του ισπανού δικαστή (Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Ευρωπαϊκό Κέντρο Συνταγματικών και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, μεταξύ άλλων) ζητώντας από το Ανώτατο Δικαστήριο να εγγυηθεί τα δικαιώματα των θυμάτων και των διασωθέντων της φρανκικής Ισπανίας, ώστε να μπορέσουν να βρουν το δίκιο τους.

O Mπαλτάσαρ Γκαρθόν υπηρέτησε για 23 χρόνια το Ειδικό Δικαστήριο και εναντιώθηκε σε τρομοκράτες, εμπόρους ναρκωτικών και στο οργανωμένο έγκλημα. Έχει τεθεί σε διαθεσιμότητα από τον Μάιο του 2010. Για κάποιους αποτελεί έναν ήρωα που κυνηγά δικτάτορες και τρομοκράτες εκ μέρους των καταπιεσμένων του κόσμου. Για άλλους αποτελεί έναν αριστερό που έχει εμμονή με την προσωπική του προβολή. «Όταν δικάζεις έναν δικαστή, δικάζεις ολόκληρη τη Δικαιοσύνη» είπε ο δικηγόρος του κατά τη διάρκεια της δίκης. Σημειώνεται ότι για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία της Ισπανίας ένας δικαστής λογοδοτεί ενώπιον της δικαιοσύνης. To σίγουρο είναι ότι και μόνο η απαγγελία κατηγοριών κατά του Γκαρθόν στέλνει μήνυμα προς τους συναδέλφους του να μην τα βάζουν με τους ισχυρούς...

Bαγγέλης Βιτζηλαίος

Με πληροφορίες από El Pais/Εl Mundo/ΒΒC