Βόμβα στο ΠΑΣΟΚ έριξε το αίτημα του Οικονομικού Εισαγγελέα Γρηγόρη Πεπόνη για την αποστολή στη Βουλή της δικογραφίας που αφορά στην αλλοίωση των στοιχείων που οδήγησαν σε φούσκωμα του ελλείμματος του 2009 το οποίο άνοιξε την πόρτα στο Μνημόνιο. Η έρευνα του Γρηγόρη Πεπόνη αλλά και του έταιρου οικονομικού εισαγγελέα, Σπύρου Μουζακίτη «σκόνταψε» σε τυχόν ευθύνες του πρώην πρωθυπουργού Γιώργου Παπανδρέου και του τότε υπουργού Οικονομικών, Γιώργου Παπακωνσταντίνου και ενδεχομένως και άλλων μελών της κυβέρνησής του ΠΑΣΟΚ.

Όπως σημείωνε χθες το Newpost.gr η παραπομπή αυτή ενδέχεται να δημιουργήσει απρόβλεπτες εξελίξεις σε πολιτικό επίπεδο διότι σε περίπτωση που προκύψουν πολιτικές ευθύνες είναι βέβαιο ότι θα ανοίξει ο δρόμος για την σύσταση εξεταστικής επιτροπής με εξόχως δυσάρεστες επιπτώσεις για τους κ.κ Παπανδρέου και Παπακωνσταντίνου, με τον δεύτερο να διατρέχει τον κίνδυνο να καθίσει στο εδώλιο του Ειδικού Δικαστηρίου.

Στο μεταξύ όλα αυτά θα εξαρτηθούν από την σύσταση της νέας Βουλής η οποία θα προκύψει από τις επικείμενες εκλογές. Από την πλευρά της πάντως η ΝΔ ζητεί την παραίτηση υπουργών, υποστηρίζοντας ότι προκύπτουν μείζονα πολιτικά ζητήματα που έχουν να κάνουν με τη σημερινή οικονομική κατάσταση της χώρας.

«Σε κάθε περίπτωση, ζητούμε την ταχύτατη και πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης» τόνισε ο εκπρόσωπος Τύπου του κόμματος, Γιάννης Μιχελάκης. Με ανακοίνωσή του, ο εκπρόσωπος Τύπου του ΠΑΣΟΚ, Πάνος Μπεγλίτης επιτέθηκε με οξύτατους χαρακτηρισμούς κατά των δύο εισαγγελέων, τονίζοντας ότι η κίνησή τους «εάν δεν είναι μια ακόμη επίδειξη επικίνδυνης αφέλειας" τότε πρόκειται για "μια καλά οργανωμένη παρέμβαση στην πολιτική και οικονομική ζωή, που θέτει σε άμεσο κίνδυνο τα εθνικά συμφέροντα, σε αυτή την εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία για τη χώρα και το λαό μας».

Ο υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης, Δημήτρης Ρέππας τόνισε ότι είναι ντροπή κάποιοι να θέλουν να απομακρύνουν από την πολιτική ζωή το Γιώργο Παπανδρέου και ότι η συζήτηση αυτή φτάνει στα όρια της προδοσίας. Ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου αναφέρει σε δήλωσή του ότι ενέργεια των οικονομικών εισαγγελέων «δημιουργεί τεράστια ερωτηματικά», καθώς «στην πράξη, αμφισβητούν τα επικυρωμένα από την Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία στατιστικά στοιχεία της Ελλάδας».

Την ίδια ώρα και η Ελληνική Στατιστική Αρχή εξέφρασε την έντονη αντίδρασή της στην ενέργεια των οικονομικών εισαγγελέων και κυρίως στις υπόνοιες που δημιουργούνται ότι δέχεται κυβερνητικές εντολές για την αλλοίωση στατιστικών στοιχείων της χώρας.

«Η καταγραφή του ελλείμματος της χώρας αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής. Η εν λόγω Αρχή είναι κατά τον ιδρυτικό της νόμο ανεξάρτητη, και κατά συνέπεια ούτε λαμβάνει, ούτε εκτελεί κυβερνητικές εντολές», σημειώνεται σε ανακοίνωση της Αρχής. Τα στατιστικά στοιχεία καταρτίζονται επί τη βάσει των κανόνων ορθής πρακτικής και των Κανονισμών που ισχύουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι ως εκ τούτου σημαντικό να γίνει αντιληπτό ότι τα στατιστικά στοιχεία δεν "κατασκευάζονται" για να εξυπηρετήσουν οποιοδήποτε πολιτικό συμφέρον. Η ΕΛΣΤΑΤ ως ανεξάρτητη αρχή τηρεί απαρασάλευτα την εκ του νόμου υποχρέωσή της να παράγει αξιόπιστα και αδιάβλητα στατιστικά στοιχεία. Η άνευ επιφυλάξεων έγκριση των εν λόγω στοιχείων από την Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία (Eurostat) αποδεικνύει το αδιάβλητό τους. Είναι επομένως λυπηρό να αμφισβητείται η ανεξαρτησία της ΕΛΣΤΑΤ και να κλονίζεται η εμπιστοσύνη των πολιτών στην αξιοπιστία των στοιχείων που αυτή παράγει».

Η υπόθεση για την οποία διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση από τις 19 Σεπτεμβρίου 2011, αφορά σε καταγγελίες που δημοσιεύτηκαν στον Τύπο, της καθηγήτριας Οικονομετρίας του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και πρώην μέλους της ΕΛΣΤΑΤ Ζωής Γεωργαντά για τεχνητή διόγκωση του αναθεωρημένου ελλείμματος του 2009. Η καταγγέλλουσα υποστηρίζει ότι τον Νοέμβριο του 2010 η ΕΛΣΤΑΤ, δεχόμενη πιέσεις από την Eurostat, εμφάνισε το έλλειμμα του 2009 στο 15,4% από 12- 13% που ήταν, με στόχο να ληφθούν επιπλέον δυσμενέστερα οικονομικά μέτρα. Η κ. Γεωργαντά υποστηρίζει ότι η διόγκωση έγινε με την ταξινόμηση στη Γενική Κυβέρνηση των ΔΕΚΟ, χωρίς, όπως λέει, να έχουν προηγηθεί, όπως εφαρμόζεται σε όλη την Ευρώπη, στατιστικές μετρήσεις.