Σε δύο άξονες κινήθηκε η ομιλία του κ. Κ. Σημίτη, ο οποίος ήταν κεντρικός ομιλητής σε εκδήλωση του ιδρύματος Χαινριχ Μπελ, υπο το τίτλο «Ελλάδα quo vadis;». Από τη μια πλευρά υπερασπίστηκε την αξιοπιστία των στοιχείων με τα οποία μπήκε η Ελλάδα στην ΟΝΕ και από την άλλη άσκησε δριμεία κριτική στον τρόπο που η κυβέρνηση διαχειρίστηκε το μνημόνιο. «Η υστέρηση στη λειτουργία θεσμών έδωσε αφορμή στον ισχυρισμό, ότι η Ελλάδα αλλά ίσως και άλλες περιφερειακές χώρες δεν θα 'πρεπε να είχαν γίνει μέλη της ΟΝΕ. Η ΟΝΕ δεν είναι όμως μια παρέα προηγμένων χωρών που έχουν κοινά συμφέροντα αντίθετα προς εκείνα των χωρών που υστερούν», σημείωσε ο πρώην πρωθυπουργός. «Είναι κοινό σχέδιο προόδου», πρόσθεσε.

Από την άλλη πλευρά, καυτηρίασε την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ επειδή όπως είπε «το μνημόνιο συντάχτηκε χωρίς να υπάρχει ικανοποιητική προετοιμασία και λειτούργησε με τρόπο που επιδείνωσε την κατάσταση». «Οι συντάκτες του Μνημονίου είχαν παραλείψει επίσης να συναρτήσουν τους στόχους τους με τις πραγματικές εξελίξεις, να προβλέψουν δηλαδή ότι σε περίπτωση ύφεσης θα παρατείνεται αυτόματα ο χρόνος πραγματοποίησης των στόχων ή και θα περιορίζονται ορισμένες επιδιώξεις. Ήταν ένα πολιτικά μοιραίο λάθος», υπογράμμισε.

Η πρότασή του είναι ότι η «έξοδος από την κρίση επιβάλλει «την φυγή προς τα εμπρός» δηλαδή στην κατεύθυνση μιας οικονομικής διακυβέρνησης και μιας πολιτικής ενοποίησης. Αυτός είναι ο στόχος που πρέπει με σοβαρότητα και επιμονή να επιδιώξουμε. Το ελληνικό πρόβλημα δεν ήταν μία ατυχία στην πορεία της Ένωσης, η παρεκτροπή που ανέτρεψε ένα καλά σχεδιασμένο εγχείρημα. Ήταν ο καταλύτης που ανέδειξε τις αδυναμίες της μέχρι τώρα οικονομικής διακυβέρνησης, την ανάγκη ενός νέου προσδιορισμού της».

Με τις πρόσθετες τοποθετήσεις του στο Βερολίνο, ο κ. Σημίτης έκανε ακόμα πιο ριζοσπαστική την κριτική του στην κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου και το σημερινό ΠΑΣΟΚ. 

Δυο χαρακτηριστικά παραδείγματα γι' αυτό:

- Σχετικά με το μνημόνιο, ο κ. Σημίτης υποστήριξε ότι η κυβέρνηση Παπανδρέου θα έπρεπε να είχε υποβάλει δικές της προτάσεις και να το υπόγραφε μόνο εφόσον θα είχε διασφαλίσει προηγουμένως την ανάπτυξη. Η διαπραγμάτευση, είπε, έγινε από δύο άνισους εταίρους, από την Ελλάδα, που ήταν το αδύναμο μέλος και δεν διέθετε τους «κατάλληλους διαπραγματευτές» και από τους πανίσχυρους εταίρους της, ιδιαίτερα τους Γερμανούς, που επέλεξαν τη μέθοδο της «τιμωρίας» για να συνετίσουν τους «απείθαρχους» Ελληνες με μέσο την υπερβολική ύψωση των επιτοκίων στα πακέτα βοήθειας. «Πρόκειται για μαύρη παιδαγωγική» ήταν το σχόλιο του κ. Κον Μπέντιτ, που έχει εξαφανιστεί από καιρό από τα σχολεία – και δεν θα έπρεπε φυσικά να μπαίνει τώρα από την πίσω πόρτα στις διακρατικές σχέσεις. 

- Αναφορικά με το ΠΑΣΟΚ προέβλεψε, λίγο ή πολύ, τέλος εποχής. «Θα έλθει κάτι άλλο» στη θέση του, είπε, αυτό θα είναι όμως (όπως συνέβη και την περίοδο 1974-81, όταν εδραιώθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα, με το ΠΑΣΟΚ, η «μη-κομμουνιστική Αριστερά») το αποτέλεσμα μιας «εσωτερικής δυναμικής» και όχι πιέσεων απ΄έξω.

Ο κ. Σημίτης τάχθηκε κατηγορηματικά εναντίον της επιστροφής της Ελλάδας στη δραχμή. Αυτό θα ισοδυναμούσε με οικονομική καταστροφή, δεδομένου ότι η νέα δραχμή θα υποτιμούνταν τουλάχιστον κατά 75% έναντι του ευρώ – κάτι που θα προκαλούσε την έκρηξη των κρατικών και ιδιωτικών χρεών, που βρίσκονται σήμερα σε ευρώ. «Αυτοί που θέλουν τη δραχμή είναι οι λαϊκιστές» πρόσθεσε.
Σε αυτούς ανήκει και «το κόμμα» εκείνων των επιχειρηματιών, που έχουν ήδη μεταφέρει τα λεφτά τους στο εξωτερικό και προσβλέπουν στην εισαγωγή της δραχμής για να εξοφλήσουν με τα επανεισαγμένα ευρώ τους πολύ φτηνότερα τα χρέη τους. «Πρόκειται για άθλιους, αποτυχημένους επιχειρηματίες» τόνισε. «Όμως δεν θα τους κάνουμε τέτοια χάρη». 

Ταυτόχρονα απέκρουσε τις κατηγορίες ότι η Ελλάδα μπήκε με κίβδηλα στοιχεία στην ευρωζώνη. «Εντάσσαμε τα κονδύλια του προϋπολογισμού για την αγορά όπλων όχι στη χρονιά υπογραφής της συμφωνίας, αλλά στο έτος της παράδοσής τους σε εμάς» είπε. Αυτή η μέθοδος, πρόσθεσε, δεν ήταν τότε αποδεκτή από όλα τα κράτη-μέλη της ευρωζώνης. Υστερα από τη γνωστή καταγγελία της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, το 1974, η Επιτροπή των Βρυξελλών διερεύνησε το θέμα και αποφάνθηκε τελικά ότι η δήθεν «δημιουργική λογιστική» της κυβέρνησης Σημίτη είναι η δέουσα μέθοδος καταγραφής τέτοιων δαπανών στον προϋπολογισμό – κάτι που αποδέχθηκαν στη συνέχεια και οι περισσότερες κυβερνήσεις των χωρών-μελών. Στο ότι σε αυτές δεν ανήκε η ελληνική οφείλεται στο γεγονός ότι τυχόν αποδοχή της θα ισοδυναμούσε με ομολογία των ψευδών της στοιχείων περί χάλκευσης.

Αναφορικά με την εκρίζωση των πελατειακών σχέσεων στην Ελλάδα, ο κ. Σημίτης φάνηκε απαισιόδοξος. «Στους Έλληνες αρέσει αυτό το σύστημα» είπε. «Αυτό πρέπει να το ομολογήσουμε». 

Ο πρώην πρόεδρος του ΠAΣΟΚ απέρριψε κάθε ιδέα επιστροφής στην πρωθυπουργία. «Τα οκτώ χρόνια, που ήμουν εκεί, ήταν υπεραρκετά» είπε. «Έπρεπε να δώσω τη θέση μου σε νεότερους».

Διαβάστε ολόκληρη την ομιλία του κύριου Σημίτη



Σχετικά Θέματα:

Τα «άκουσε» ο Σημίτης στο Βερολίνο




Πηγή: tovima.gr