«Η καλύτερη λύση για την Ελλάδα δεν είναι ένας ξένος επίτροπος, ο οποίος επιβάλλει κάτι το οποίο δεν δέχεται ο λαός, είναι μια καινούρια κυβέρνηση τεχνοκρατών, όπως την έχουμε στην Ιταλία», υπογράμμισε ο Γιώργος Χατζημαρκάκης, ευρωβουλευτής των γερμανών Φιλελεύθερων, μιλώντας στον «ΒΗΜΑ 99,5».     «Η Ιταλία στο πρόγραμμα είναι πιο προχωρημένη από την Ελλάδα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο κ. Μόντι έβαλε εμπειρογνώμονες, τεχνοκράτες, ενώ στην Ελλάδα παραμένουν με λίγες εξαιρέσεις, τα ίδια πρόσωπα στην κυβέρνηση. Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά.   

Εάν θέλει η Ευρωπαϊκή Ένωση να βάλει έναν επίτροπο λιτότητας, ευχαρίστως για όλους στην Ευρωζώνη. Ούτως η άλλως αυτό είναι σε προετοιμασία. Σήμερα που θα  συναντηθούν στην σύνοδο κορυφής οι ηγέτες των Ευρωπαϊκών κρατών- μελών αυτό θα συζητήσουν. Δηλαδή, τη δημοσιονομική ένωση της ευρωζώνης. Εκεί, αν πάνε για έναν επίτροπο λιτότητας ευχαρίστως, αλλά όχι μόνο για μία χώρα, αυτό δεν είναι συμβατό με το ευρωπαϊκό δίκαιο».   

Σχολιάζοντας την πρόταση της Γερμανίας, ο κ. Χατζημαρκάκης δήλωσε πως αυτή «εκφράζει τον λαϊκισμό της Γερμανίας και εδώ προσπαθούν, βέβαια οι πολιτικοί να συσπειρώσουν τους οπαδούς τους και κάνουν τέτοιες πρωτοβουλίες. Αυτή η συγκεκριμένη πρωτοβουλία, όμως, φαίνεται ότι δεν είναι μόνο από έναν πολιτικό, φαίνεται ότι είναι απ’ τα υψηλά στελέχη της κυβέρνησης όπου δεν μιλάνε μόνο για έναν επίτροπο λιτότητας μόνο για την Ελλάδα, αλλά λένε ότι προτεραιότητα στον προϋπολογισμό θα έχουν τα χρέη, δηλαδή η εξόφληση των πιστωτών μας. Αυτό δείχνει ότι πέθανε η λογική στο Βερολίνο.   

Κάπως πέθανε η οικονομική λογική επειδή η Γερμανία έχει ζήσει ακριβώς αυτή την πολιτική στη δεκαετία του ’30 όταν στην Δημοκρατία της Βαϊμάρης, μετά το μεγάλο Κράχ, μέσα στη μεγάλη ύφεση της Γερμανίας τότε, έγινε ένα πρόγραμμα σαν και αυτό που επιβάλλει τώρα η Τρόικα στην Ελλάδα, ένα πρόγραμμα λιτότητας το οποίο οδήγησε στον Χίτλερ. Οδήγησε σε συσσίτια πριν από τον Χίτλερ.   

Ο Μπρούνιγκ ακριβώς την ίδια πολιτική έκανε. Μετά η ιστορία μηδένισε τους Γερμανούς, όμως το ’45 δεν ήρθε η παγκόσμια κοινωνία και είπε στους Γερμανούς πληρώστε τα, βοήθησε με το σχέδιο Μάρσαλ. Επειδή οι Γερμανοί έχουν αυτήν την εμπειρία, με τη βοήθεια του σχεδίου Μάρσαλ, γύρισαν στην επιτυχία, δεν καταλαβαίνω γιατί οι ίδιοι οι Γερμανοί επιμένουν σ’ αυτές τις απαράδεκτες ιδέες, οι οποίες δεν είναι συμβατές με το ευρωπαϊκό δίκαιο και με το ελληνικό σύνταγμα».  

Στη συνέχεια, αναφέρθηκε και στο κόμμα του Ρέσλερ. «Το κόμμα του κ. Ρέσλερ είναι δυστυχώς το κόμμα μου, αλλά δεν με καλύπτει καθόλου αυτός ο άνθρωπος. Έχει πέσει στο 2%. Ο κύριος Ρέσλερ φαίνεται ότι είναι εκτός πραγματικότητας. Δεν έχει εμπειρία. Δεν έχει καταλάβει ούτε την ιστορία της Γερμανίας, ούτε την περίπτωση της Ελλάδας. Πιστεύω ότι ήρθε η στιγμή τώρα να περιγράψουμε κι εγώ το κάνω, στα γερμανικά ΜΜΕ και εντός του κόμματος το τι γίνεται τώρα στην Ελλάδα. Δεν το καταλαβαίνουν οι Γερμανοί, δυστυχώς, και είναι κρίμα και ντροπή για τέτοια μεγάλη χώρα που θέλει να ηγείται της Ευρώπης, δεν έχει το αίσθημα για το τι γίνεται παίρνοντας το μάθημα από την ιστορία».  

Τέλος, ο κ. Χατζημαρκάκης μίλησε για το κλίμα που κυριαρχεί στη Γερμανία, λέγοντας ότι «Το κλίμα αλλάζει λίγο, γιατί καταλαβαίνουν όλο και πιο πολλοί Γερμανοί ότι κεντρικός είναι ο ρόλος της ΕΚΤ και πρέπει να αλλάξει. Η ΕΚΤ έχει κάνει ένα κέρδος 15 δις με τα ελληνικά ομόλογα. Γίνεται, τώρα, μια συζήτηση εάν αυτά θα ενταχθούν στο μεγάλο καζάνι διαπραγματεύσεων.   

Αυτό το ζητάνε οι ιδιώτες Γερμανοί και σιγά- σιγά το παραδέχονται και οι πολιτικοί της Γερμανίας που μέχρι τώρα το θέσανε ταμπού. Δηλαδή, ταμπού να βάλει η ΕΚΤ το κέρδος, το οποίο μέχρι τώρα δεν έχει συζητηθεί καθόλου και γυρίζει στον προϋπολογισμό των μελών- κρατών για την μείωση του χρέους της Ελλάδας. Αυτό είναι ένα μεγάλο θέμα.  
 Το άλλο μεγάλο θέμα είναι ότι με τη δημοσιονομική ένωση θα φτιαχτεί μια Ευρώπη, μια ευρωζώνη η οποία θα συνεργάζεται πιο στενά , θα χρειαστεί και ένας καινούργιος ρόλος της ΕΚΤ και αυτί σιγά- σιγά γίνεται πιο δεκτό στη Γερμανία, όμως υπάρχουν ακόμα πολλά ταμπού. Όλα αυτά είναι ψυχολογικά, δεν βασίζονται στην οικονομία».