Συγγραφέας, φιλόσοφος, δημοσιογράφος, και ποιητής. Ο Νίκος Καζαντζάκης ο κορυφαίος Έλληνας λογοτέχνης του 20ου αιώνα γεννήθηκε σαν σήμερα, 129 χρόνια πριν.

Γεννημένος στο Ηράκλειο της Κρήτης, όταν αυτή ακόμη αποτελούσε ακόμη κομμάτι γης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας τελειώνει το Γυμνάσιο και φεύγει για την Αθήνα όπου σπουδάζει νομικά. Με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβάνη δημοσιεύει το δοκίμιο «Η αρρώστια του Αιώνος» και το άγνωστο μέχρι πριν από λίγο καιρό μυθιστόρημα «Όφις και Κρίνος».

Η πρώτη παρουσία του Νίκου στα ελληνικά γράμματα είναι γεγονός και από τις πρώτες του γραμμές θα φανούν όσα στη συνέχεια θα τον «βασανίσουν» , θα τον «στοιχειώσουν» και θα τον στιγματίσουν στις πνευματικές του αναζητήσεις απέναντι στο μεγαλείο της ανθρώπινης ύπαρξης και τον πόλεμο που θα ανοίξει προσπαθώντας να κατανοήσει και να αγγίξει το μυστήριο της υπάρξης του Θεού.

Το Παρίσι τον καλεί για μεταπτυχιακές σπουδές και ο λόγος του Ανρί Μπρετόν τον σημαδεύει. Δάσκαλοι του όμως είναι ο Όμηρος και ο Δάντης. Γνωρίζει τον Άγγελο Σικελιανό με τον οποίο και τον συνδέει μία βαθιά φιλία. Ταξιδεύουν στον Άγιον Όρος και γυρίζουν την Ελλάδα αποτυπώνοντας παράλληλα τις σκέψεις τους στις σελίδες των τετραδίων τους.

Ο 'Α Παγκόσμιος Πόλεμος έχει ξεσπάσει και ο Νίκος Καζαντζάκης κατατάσσεται εθελοντής. Παίρνει απόσπαση στο γραφείο του Ελευθέριου Βενιζέλου ο οποίος μερικά χρόνια αργότερα, το 1919 θα τον διορίσει Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Περιθάλψεως , με αποστολή τον επαναπατρισμό των Ελλήνων του Καυκάσου. Εποχή κατά την οποία χτίζονται οι πρώτες βάσεις του μεγαλειώδους έργου «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται»

Το κόμμα των Φιλελευθέρων χάνει τις εκλογές την επόμενη χρονιά και ο Καζαντζάκης αποχωρεί από το υπουργείο και ταξιδεύει στην Ευρώπη. Ανακαλύπτει τον κομμουνισμό και επιστρέφοντας στην Ελλάδα πρωτοστατεί στην κομμουνιστική οργάνωση των δυσαρεστημένων προσφύγων στην Κρήτη όπου και τελικά φυλακίζεται. Το 1927 έχοντας πια αποφυλακιστεί ταξιδεύει στην Αίγινα όπου και απομονώνεται με σκοπό την ολοκλήρωση της συγγραφής της Οδύσσειας.

Το μικρόβιο όμως του ατέρμονου ταξιδιού δεν φεύγει από την ψυχή του Καζαντζάκη και αρχίζει παράλληλα με την Οδύσσεια τη συγγραφή της ανθολογίας ταξιδιωτικών άρθρων τα οποία και θα εκδοθούν στον πρώτο τόμο του έργου «Ταξιδεύοντας». Την ίδια στιγμή η «Ασκητική», το έργο όπου βρίσκεται συμπυκνωμένη ολόκληρη η φιλοσοφική του πρόταση, δημοσιεύεται στο περιοδικό Αναγέννηση του Δημήτρη Γληνού και ο Καζαντζάκης κατηγορείται για αθεϊσμό.

Τον Οκτώβριο του 1927, επισκέπτεται τη Μόσχα, προσκεκλημένος της Σοβιετικής κυβέρνησης για να συμμετάσχει στα δεκάχρονα της Οκτωβριανής Επανάστασης. Εκεί γνωρίστηκε με τον Ελληνορουμάνο λογοτέχνη, Παναΐτ Ιστράτι, μαζί με τον οποίο επισκέπτονται τον Καύκασο και την Ουκρανία και επιστρέφουν μαζί στην Ελλάδα. Τον Ιανουάριο του 1928, στο θέατρο «Αλάμπρα», στην Αθήνα, και οι δύο εξυμνούν τη Σοβιετική Ένωση. Τόσο ο Καζαντζάκης, όσο και ο συνδιοργανωτής της εκδήλωσης, Δημήτρης Γληνός, διώκονται μα δεν θα δικαστούν ποτέ.

Η Ιαπωνία και η Κίνα τον καλούν και τον μαγεύουν. Τα ταξιδιωτικά του κείμενα ντύνονται αρώματα της Άπω Ανατολής.

Το έργο της ζωής του όπως ο ίδιος το χαρακτήρισε, η Οδύσσεια ολοκληρώνεται το 1938. 33.333 στίχοι και 24 ραψωδίες συνθέτουν ένα επικό ποίημα στα πρότυπα της Οδύσσειας του Ομήρου. Μερικά χρόνια αργότερα με τον Ι. Θ. Κακριδή αρχίζουν τη μετάφραση της Ιλιάδας και της Οδύσσειας του Ομήρου. Ο Καζαντζάκης επιστρέφει στην Αίγινα και ολοκληρώνει μόνος τη συγγραφή της πρώτης μετάφρασης της Ιλιάδας. Ένα χρόνο μετά τελειώνει και το μυθιστόρημα Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, που θα τον κάνει παγκοσμίως γνωστό.

Μετά από την αποχώρηση των Γερμανών το 1944, δραστηριοποιήθηκε έντονα στην ελληνική πολιτική ζωή, αναλαμβάνοντας την προεδρία της Σοσιαλιστικής Εργατικής Κίνησης. Διατέλεσε υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου της κυβέρνησης του Σοφούλη, από τις 26 Νοεμβρίου του 1945 για να παραιτηθεί από το αξίωμά του στις 11 Ιανουαρίου του 1946 μετά από την ένωση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Η Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών προτείνει την υποψηφιότητά του, μαζί με εκείνη του Άγγελου Σικελιανού, για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Δεν του απονέμεται ούτε τότε ούτε και αργότερα λόγω της σκληρής πολεμικής που δέχεται από τις επίσημες ελληνικές αρχές.

Φεύγει για την Αγγλία, προσκεκλημένος από το Βρετανικό Συμβούλιο. Από το BBC, απευθύνει έκκληση στους διανοούμενους όλου του κόσμου να ιδρύσουν μία «Διεθνή του Πνεύματος». Χαρακτηρίζεται από τις βρετανικές αρχές ως ανεπιθύμητο πρόσωπο λόγω της αντίθεσής του στην πολιτική εξουσία της Ελλάδας και την επιστροφή του βασιλιά στην Αθήνα, φεύγει για το Παρίσι, προσκεκλημένος από τη γαλλική κυβέρνηση.

Το 1947 διορίζεται στην Ουνέσκο ως σύμβουλος για τη λογοτεχνία. Την ίδια χρονιά ο «Ζορμπάς» εκδίδεται στη γαλλική γλώσσα . Δώδεκα μήνες αργότερα θα παραιτηθεί και θα αφοσιωθεί αποκλειστικά στα βιβλία του.

Το 1950 τελειώνει την πρώτη γραφή του «Καπετάν Μιχάλη», ταξιδεύει στην Ισπανία όπου και ξεκινά η συγγραφή του αιρετικού έργου «Ο τελευταίος πειρασμός».

Το 1953 μολύνεται στο δεξί μάτι και χάνει την όρασή του. Μετά την επιστροφή του από την Ολλανδία όπου και νοσηλεύτηκε, η ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία αποφασίζει τη διωξή. Τον κατηγορεί ως ιερόσυλο και άθεο, για όσα γράφει στον «Kαπετάν Mιχάλη» και κυρίως στον «Τελευταίο Πειρασμό», που ακόμη δεν είχε κυκλοφορήσει στην Ελλάδα.

«Μου δώσατε μια κατάρα, Άγιοι Πατέρες, σας δίνω μια ευχή: Σας εύχομαι να 'ναι η συνείδησή σας τόσο καθαρή όσο η δική μου και να 'στε τόσο ηθικοί και θρήσκοι όσο είμαι εγώ», έγραψε ο ίδιος σε επιστολή του, απευθυνόμενος στους εκπροσώπους της εκκλησίας. Λόγω των αντιρρήσεων από τον Οικουμενικό Πατριάρχη, Αθηναγόρα, δεν αφορίστηκε, ωστόσο, η Ιεραρχία της Ελλάδας τον καταριέται.

Ένα χρόνο μετά νοσηλεύεται για πρώτη φορά στο Φράιμπουργκ της Γερμανίας όπου διαπιστώνεται ότι πάσχει από «καλοήθη λεμφοειδή λευχαιμία». ενώ στο Παρίσι ο «Ζορμπάς» βραβεύεται ως το καλύτερο ξένο βιβλίο εκείνης της χρονιάς.

Ακολυθεί το δεύτερο ταξίδι του στην Κίνα, προσκεκλημένος της κινεζικής κυβέρνησης τον Ιούνιο του 1957, από όπου επιστρέφει με την υγεία του σοβαρά κλονισμένη. Νοσηλεύεται στην Κοπεγχάγη και στο Φράιμπουργκ όπου και αφήνει την τελευταία του πνοή στις 26 Οκτωβρίου του 1957, σε ηλικία 74 ετών.

Η οικογενειά του ζητά από την Εκκλησία της Ελλάδος να τεθεί η σορός του σε λαϊκό προσκύνημα, αλλά ο αρχιεπίσκοπος Θεόκλητος το αρνείται. Η σορός του μεταφέρεται στο Ηράκλειο και η γη της Κρήτης θα σκεπάσει τον άνθρωπο που την ύμνησε και την εκανε γνωστή όσο κανένας άλλος στα πέρατα του κόσμου.

Τα λόγια που έχουν χαραχτεί στον λιτό του τάφο «Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβούμαι τίποτα, είμαι λέφτερος» θα μιλούν για τον άνθρωπο που πάλεψε να νικήσει την απεραντοσύνη και το κενό του χρόνου πιστεύοντας μονάχα στο άγριο ταξίδι της αναζήτησης...

A.Π

(Με πληροφορίες: Διεθνής Εταιρεία Φίλων Ν. Καζαντζάκη [amiskazantzaki] )

Ακούστε ένα απόσπασμα της συνέντευξη του Ν. Καζαντζάκη στον Pierre Sipriot, στη Γαλλική Ραδιοφωνία τον Μάιο του 1955.