Αιχμές κατά του Ευάγγελου Βενιζέλου αφήνει ο Γιάννης Ραγκούσης σε άρθρο του στο περιοδικό «Μεταρρύθμιση». «Ποιος μπορεί να ξεχάσει τις «ηρωικές» στιγμές αποπομπής της τρόικας από την Ελλάδα που, για να τη φέρουμε πίσω, γίναμε παράκλητοί της, δίνοντας ως αντάλλαγμα πρωτοφανούς αγριότητας εισπρακτικές πολιτικές» αναρωτιέται με νόημα ο Γιάννη Ραγκούσης, ο οποίος στο άρθρο του σημειώνει επίσης: «Όχι πια σπρώξιμο της σκόνης κάτω από το χαλί. Όχι άλλη συμμαχία με το διάβολο. Τώρα τομή με το παρελθόν, ρήξη με την αντίληψη της σκοτεινής πλευράς της μεταπολίτευσης, καθώς και με τους πρωταγωνιστές και σημερινούς εκπροσώπους της.

Όλο το άρθρο του Γ. Ραγκούση:

«Η βαθύτατη πολιτική κρίση την οποία βιώνουμε σήμερα, ανάγεται σε μια σχεδόν καθολική κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών απέναντι στο πολιτικό σύστημα καθώς και στο πολιτικό προσωπικό. «Έξω οι πολιτικοί», «να τελειώνουμε με τους πολιτικούς», «όλοι το ίδιο είναι» - αυτά και πολύ χειρότερα τα ακούει κανείς επί λέξει ή τα αποκομίζει ως διάχυτη εντύπωση στους διαδρόμους του ΙΚΑ, στο λεωφορείο, στην ουρά της τράπεζας, αλλά και στο ραδιόφωνο, στην τηλεόραση, στα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης. Ας θεωρήσουμε λοιπόν δεδομένη την απόλυτη και πλήρη άρση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς την πολιτική κι ας αναρωτηθούμε: Ποια είναι η αιτία του κακού; Γιατί θεωρούν σήμερα οι πολίτες τους πολιτικούς, σχεδόν στο σύνολό τους αναξιόπιστους;

Στη ρίζα του προβλήματος θα συναντήσουμε το δόγμα της σκοτεινής πλευράς της Μεταπολίτευσης: «Άλλα λέω, άλλα εννοώ, άλλα, εντέλει, πράττω…» Όσο το δόγμα αυτό είχε την πολυτέλεια να συμβαδίζει με τον υπέρμετρο δανεισμό που μεταφραζόταν σε απλόχερες παροχές, τα πράγματα καλώς έβαιναν, οι εύκολες πολιτικές καριέρες απρόσκοπτα ευδοκιμούσαν. Τώρα ζούμε τον ζόφο της κατάρρευσης αυτού του δόγματος. Έρχεται η κρίση και σχίζει το παραπέτασμα και βλέπουμε ξαφνικά, αυτό που ήταν άλλοτε η δύναμη του πολιτικού συστήματος, να γίνεται τώρα η μεγάλη του αδυναμία. Αυτό όμως μας δείχνει και την κατεύθυνση προς την οποία πρέπει να κινηθούμε ώστε να τα αλλάξουμε όλα αυτά ριζικά.

Για να αναστρέψουμε και να ξεπεράσουμε την κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών, οφείλουμε, ακριβώς, να άρουμε τις αιτίες αυτής της κρίσης από τη ρίζα τους. Να ανακτήσουμε τη δική μας αξιοπιστία, ώστε να αποκτήσουν ξανά εμπιστοσύνη οι πολίτες, όχι μόνο στην πολιτική και στους πολιτικούς, αλλά και στην ίδια τη χώρα μας. Να διατυπώσουν και οι ίδιοι οι πολίτες τις απαιτήσεις τους για την αξιοπιστία της πολιτικής. Γιατί υπάρχει μια βαρύτατη συνέπεια της κρίσης του πολιτικού συστήματος, για την οποία λίγο ή καθόλου δεν γίνεται λόγος, κι αυτή είναι η διαταραχή -που φτάνει μέχρι τον κίνδυνο της διάρρηξης- της σχέσης των πολιτών με τη χώρα, των Ελλήνων και των Ελληνίδων με την πατρίδα τους, των ανθρώπων που ζουν στην ελληνική επικράτεια με κάθε έννοια κοινότητας και συλλογικού αγαθού.

Πιστεύω όμως πως υπάρχει στην ελληνική κοινωνία το πλειοψηφικό ρεύμα που πιστεύει στον ανθρωπισμό που δεν είναι λαϊκισμός, στον ορθολογισμό που έχει το σθένος να κάνει πράξη ριζοσπαστικές αλλαγές, καθώς και στην αξιοπρέπεια της παραγωγικότητας και όχι στη ντροπή του παρασιτισμού. Στηρίζω αυτή την άποψή μου σε συγκεκριμένα δεδομένα. Στην ευρύτατη, πρώτον, αποδοχή του αρχικού μεγάλου κύματος των μεταρρυθμίσεων, για παράδειγμα την κατάργηση των stage – τη μείωση κατά 130.000 των μισθοδοτούμενων από το δημόσιο μέσα στο πρώτο 20μηνο – την απόλυτη αξιοκρατία στις προσλήψεις και στις επιλογές διευθυντών – τον «Καλλικράτη» - τη [email protected] - τις 40 ώρες εργασίας στο δημόσιο – τις σύγχρονες διατάξεις στο δίκαιο για την κτήση της ελληνικής ιθαγένειας με την ταυτόχρονη απόρριψη αιτημάτων μαζικής νομιμοποίησης μεταναστών χωρίς χαρτιά (Υπατία) – το άνοιγμα των επαγγελμάτων στις μεταφορές - τις οποίες, αναλαμβάνοντας το πολιτικό κόστος, προωθήσαμε στην πρώτη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, μετά τον Οκτώβριο του 2009. Δεύτερον, στο αποτέλεσμα των αυτοδιοικητικών εκλογών του 2010, όταν οι πολίτες επαναβεβαίωσαν τη βούλησή τους για μια δημοκρατική διακυβέρνηση προοδευτικών μεταρρυθμίσεων. Στο γεγονός, τρίτον, ότι μέχρι και τον Ιούλιο του 2011, το ΠΑΣΟΚ, με όλες τις δυσκολίες και τα επώδυνα μέτρα που χρειάστηκε να προωθήσει, παρέμενε πρώτο κόμμα.

Για να εδραιωθεί αυτή η πίστη αλλά και για να μετατραπεί σε ένα σχέδιο διεξόδου από την κρίση, που θα στηρίζεται σε αρχές και θα προβλέπει πολύ συγκεκριμένα βήματα, απαραίτητος είναι ο πολιτικός φορέας-πομπός να εκπέμψει μήνυμα φερέγγυο και ρεαλιστικό. Χρειάζεται να λέμε την αλήθεια, να εφαρμόζουμε με αυστηρότητα και συνέπεια τις δεσμεύσεις μας και να προβούμε σε ριζοσπαστικές, εκ θεμελίων αλλαγές. Όποιος δεν θέλει να αλλάξει τίποτα, τα αλλάζει όλα «λίγο». Σήμερα δεν υπάρχουν περιθώρια για «λίγο», για λειψές μεταρρυθμίσεις, για μισές αλήθειες, για ελαστικές συνειδήσεις σε ζητήματα αρχών.

Άλλωστε αποδείχθηκε ότι όσοι μέσα στην κυβέρνηση, στη Βουλή, στην αντιπολίτευση και στο συνδικαλισμό καθυστέρησαν, ανέστειλαν και εμπόδισαν την πραγματοποίηση των αυτονόητων αλλαγών, και μάλιστα στο όνομα της υπεράσπισης των λαϊκών «κεκτημένων», τελικά το μόνο που κατάφεραν ήταν να πληγούν με βάναυσο, οριζόντιο και άδικο τρόπο τα λαϊκά εισοδήματα. Ποιος μπορεί να ξεχάσει τον τρόπο με τον οποίο η προσωπική διαφορά στο νέο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων, που υποτίθεται ότι θα θεσπιζόταν για να προστατεύσει τους μισθούς τους, μετετράπη σε ένα οριζόντιο μισθολογικό πογκρόμ επί δικαίων και αδίκων; Ποιος μπορεί να ξεχάσει τις «ηρωικές» στιγμές αποπομπής της τρόικας από την Ελλάδα που, για να τη φέρουμε πίσω, γίναμε παράκλητοί της, δίνοντας ως αντάλλαγμα πρωτοφανούς αγριότητας εισπρακτικές πολιτικές; Το χειρότερο δε στο οποίο οδήγησαν όλες αυτές οι παλινωδίες, είναι ότι η χώρα βυθίστηκε στην παρατεταμένη αβεβαιότητα περί χρεοκοπίας ή μη, καθώς και παραμονής ή όχι στο ευρώ, που υπήρξε η κύρια αιτία της ύφεσης, στην οποία επί 2,5 χρόνια βούλιαξε η ελληνική οικονομία. Δυόμισι χρόνια αβεβαιότητας, την οποία σε καμία περίπτωση δε θα είχαν αντέξει ούτε ισχυρές οικονομίες όπως της Γερμανίας ή της Γαλλίας.

Σήμερα είναι ανάγκη να επαναθεμελιώσουμε τη δημοκρατική παράταξη στη βάση μιας ΝΕΑΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ, η οποία, για να είναι πραγματικά προοδευτική και συνεκτική, οφείλει να θεμελιώνεται σε αρχές: Στην απόφαση να βάλουμε τέλος, ως έθνος, στην εξάρτηση αλλά και στην ταπείνωση της υπερχρέωσης. Στην απόφαση να οικοδομήσουμε μια πολιτεία κανόνων και όχι εξαιρέσεων, ξεπερνώντας οριστικά την πελατειακή αντίληψη και τη συντεχνιακή νοοτροπία. Στη συνειδητοποίηση ότι τα αγαθά μόνο «κόποις κτώνται», με ανυποχώρητη μάχη κατά του παρασιτισμού των μικρών ολιγαρχιών - μεγάλων και μικρών συμφερόντων. Στην πεποίθηση ότι η κοινωνική δικαιοσύνη, ηθικά, πολιτικά και ιστορικά είναι για τους προοδευτικούς ανθρώπους οδηγός, καθήκον και υποχρέωση. Για τη συγκρότηση, συνεπώς, του νέου δημοκρατικού προοδευτικού ρεύματος και για τη λυσιτελή πολιτική του έκφραση, τίθεται μία και μοναδική απολύτως ανελαστική προϋπόθεση: Όχι πια σπρώξιμο της σκόνης κάτω από το χαλί. Όχι άλλη συμμαχία με το διάβολο. Τώρα τομή με το παρελθόν, ρήξη με την αντίληψη της σκοτεινής πλευράς της μεταπολίτευσης, καθώς και με τους πρωταγωνιστές και σημερινούς εκπροσώπους της. Τομή με όσους θεώρησαν τα 2,5 τελευταία χρόνια την προσωπική τους δημοφιλία ως υπέρτερο αγαθό από τη σωτηρία της πατρίδας από την χρεοκοπία, υπέρτερο από την ευρωπαϊκή προοπτική της Ελλάδας και μάλιστα με την ασφάλεια ότι υπάρχουν 150 και πλέον «πολιτικά κορόιδα», οι οποίοι θα αναλάβουν το - βραχυπρόθεσμο - πολιτικό κόστος γι’αυτά.

Αυτό είναι το ηθικό και ιστορικό χρέος όσων θέλουν να εκπροσωπήσουν τη δημοκρατική, προοδευτική παράταξη σε τοπικό ή κεντρικό επίπεδο: να σταματήσει ο δυϊσμός της συλλογικής πολιτικής προσωπικότητας, το διπλό μήνυμα, η αμφισημία, το «και με τον αστυφύλαξ και με τον χωροφύλαξ». Όσο συνεχίζουμε τη διγλωσσία, η κρίση θα βαθαίνει. Γιατί διαρκώς θα εμπεδώνεται στη συνείδηση του κόσμου η πεποίθηση πως είμαστε αναξιόπιστοι. Οι περιστάσεις που ζούμε είναι μοναδικές, οι εξελίξεις κατακλυσμιαίες. Ο καθένας από μας που διεκδικεί ρόλο στα δημόσια πράγματα, υποχρεούται να δηλώσει «παρών» με την ανάληψη της ευθύνης που του αναλογεί. Σε ό,τι με αφορά, αυτή την ευθύνη είμαι έτοιμος να την αναλάβω, με τη δημόσια διατύπωση απόψεων για το μέλλον του τόπου και με τη συστράτευση με όσους μας ενώνουν οι ίδιες αγωνίες και προτεραιότητες».