«Πράγματι, ως νέος, ήμουν ένας ακτιβιστής της Δεξιάς. Κι εκείνες οι εποχές είχαν φασαρίες και σε μερικές από εκείνες τις φασαρίες έχω συμμετάσχει», δήλωσε ο υπουργός Μεταφορών, Μάκης Βορίδης, στον «ΒΗΜΑ 99,5».    «Όλοι εξελισσόμαστε. Υποθέτω ότι η ζωή, οι εμπειρίες τις οποίες μαζεύουμε μέσα στη ζωή αυτή, τα διαβάσματά μας και οι παραστάσεις μας, τα βιώματά μας, μας επηρεάζουν στο Είναι μας, στο φαίνεσθαι. Είναι πολύ δύσκολο για κάποιον, ο οποίος είναι εκτεθειμένος, να υποκρίνεται τόσο πολύ και τόσο καλά, σε τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα».
   
Στο ερώτημα, γιατί δεν έχει ζητήσει δημόσια συγγνώμη για το παρελθόν του, ο κ. Βορίδης απάντησε πως «η δημόσια αυτοκριτική είναι ένα ίδιον της Αριστεράς. Τις αυτοκριτικές μας οι δεξιοί τις κάνουμε ή με τον εξομολόγο ή με τον εαυτό μας».   

Για τον χωρισμό του με το ΛΑΟΣ, ανέφερε: «Καταλαβαίνω ότι ένας χωρισμός μπορεί να δημιουργήσει πικρά συναισθήματα. Από εκεί και πέρα, είναι προφανές, ότι εγώ δεν θα μπω σ' αυτή τη συζήτηση των αντεγκλήσεων. Δεν έχω καμία προσωπική αντιδικία με τον οποιονδήποτε.  

Η απόφασή μου ήταν πολιτική. Είχε να κάνει με το πολύ μεγάλο θέμα της υπερψήφισης ή όχι της δανειακής σύμβασης. Άμεσα και άρρηκτα συνδεδεμένο με την Ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας και την πορεία της.   

Επομένως, δεν έχω καμία προσωπική διαφορά και η περαιτέρω πολιτική επιλογή μου  της συστράτευσης με  τη Νέα  Δημοκρατία και με τον Αντώνη Σαμαρά πάλι συνδέεται, με την κατά την κρίση μου, την κεντρική πολιτική ανάγκη, το μεγάλο πολιτικό ζήτημα το οποίο υπάρχει και θα τεθεί στις εκλογές, η ψήφος του ελληνικού λαού να αναδείξει μια κυβέρνηση που θα είναι αξιόπιστη στο εξωτερικό, θα μπορεί να μιλήσει με επάρκεια, να μπορεί να δεσμευτεί πάνω σε συγκεκριμένα ζητήματα.   

Και ταυτόχρονα να μπορεί να εγγυηθεί την ελπίδα εξόδου από την κρίση στον ελληνικό λαό. Αυτά τα δύο είναι τα μεγάλα και κρίσιμα ζητήματα για μένα και τα οποία θα πρέπει να αντιμετωπιστούν».   

Στη συνέχεια, ο κ. Βορίδης μίλησε για τις επιθέσεις που δέχεται, ύστερα από την απόφασή του να υπερψηφίσει τη δανειακή σύμβαση. «Νομίζω ότι ο τρόπος με τον οποίο ένας πολιτικός θα πρέπει να απαντά σε όλη αυτή τη συζήτηση είναι μάλλον με τη στάση του και με τα έργα του, τις πράξεις του και πολύ λιγότερο με την διαρκή συζήτηση και τοποθέτησή του σε κάθε επιμέρους κριτική σε ζητήματα, τα οποία έτσι κι αλλιώς, έχουν απαντηθεί.  

Παρά ταύτα, σε μια πολυετή συνεργασία είναι φυσικό να υπάρξουν και δύσκολες στιγμές, να υπάρξουν και διαφωνίες. Αλλά για μένα το κρίσιμο στοιχείο είναι τα μεγάλα ζητήματα. Γιατί σε όλα τα άλλα μπορείς να βάλεις και νερό στο κρασί σου, να κάνεις κι υπομονή, να πεις δεν βαριέσαι πάω παρακάτω. Υπάρχουν όμως μερικές στιγμές οι οποίες είναι οριακές, μεταιχμιακές. Μια τέτοια ήταν η ψηφοφορία, εκείνης της Κυριακής,  για την υπερψήφιση της δανειακής σύμβασης. Αυτό ήταν που καθόρισε  τα πράγματα.  

Το μεγάλο ζήτημα είναι εάν μπορείς να διαμορφώσεις κεντρικούς, μεγάλους πολιτικούς άξονες μεγάλες πολιτικές προτάσεις και θέσεις  με τις οποίες να ταυτίζεσαι και να λένε κάτι στην ελληνική κοινωνία.   

Στην παρούσα φάση η κοινωνία αδιαφορεί ,πλήρως, για τις προσωπικές σχέσεις των πολιτικών. Και καλά κάνει. Αλλά φαντάζομαι ενδιαφέρεται, σε κρίσιμο βαθμό για το τι θα γίνει την επόμενη μέρα στο τόπο. Αυτό ήταν για μένα το μεγάλο ζήτημα κι αυτό ήταν η μεγάλη διαφωνία μου με το ΛΑΟΣ».   

Για την ένταξή του στη Νέα Δημοκρατία, υπογράμμισε: «Η Ιδεολογική γραμμή της Νέας  Δημοκρατίας είναι ο πατριωτικός φιλελευθερισμός. Είναι συνδεδεμένη με δύο κεντρικές έννοιες που είναι μέσα στο κατ' εξοχήν αξιακό πεδίο της Δεξιάς κι αυτές είναι η έννοια του Έθνους κι από την άλλη η έννοια της ελευθερίας. Το ένα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το άλλο.   

Ούτε μια φιλελεύθερη λογική η οποία δεν ενδιαφέρεται καθόλου για τα θέματα της κοινωνικής συνοχής ή για τα θέματα της εθνικής κυριαρχίας. Ούτε από την άλλη μεριά  μια εθνική κυριαρχία η οποία ερμηνεύεται σε μια αντίληψη κρατικοδίαιτη παρεμβατική η αυταρχική.   

Επομένως, αυτές είναι οι δύο μεγάλες έννοιες, οι ακρογωνιαίοι λίθοι της ταυτότητας της ιστορικής Δεξιάς  αλλά και της ενεργής, της παρούσας της δρώσας Δεξιάς».   

Τέλος, όσον αφορά στα χρέη του Δημοσίου στη ΔΕΗ, ο κ. Βορίδης είπε: «Η αλήθεια είναι  ότι σε μια αρχική συζήτηση είχε τεθεί το ζήτημα του χρέους στη ΔΕΗ από τη χρήση ρεύματος στους φωτεινούς σηματοδότες. Κι είχαμε καταλήξει ποιος ευθύνεται για να  πληρώσει τα χρέη του Δημοσίου,  προς τη ΔΕΗ.   

Είχαμε όμως από τον Νοέμβριο καταλήξει  με τον κ. Σγουρό ότι αυτά παραμένουν στο δημόσιο με ευθύνη αποπληρωμής του υπουργείου Μεταφορών. Βαρύνεται το υπουργείο με την αποπληρωμή του χρέους που έχει διαμορφωθεί από το 1990 μέχρι σήμερα.  

Τα φανάρια δεν μπορεί να τα φτιάξει το υπουργείο Μεταφορών γιατί η αρμοδιότητα έχει μεταφερθεί από τον Ιούνιο, έχει μεταφερθεί το προσωπικό, έχουν μεταφερθεί οι φάκελοι, οι Συμβάσεις στη Περιφέρεια».