Το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών με μια πρώτη απόφασή του απέρριψε το αίτημα των βουλευτών -νυν και πρώην- και των ευρωβουλευτών που ζήτησαν αναδρομικές διαφορές αποδοχών. Μόλις 43 από τους 150 βουλευτές παραιτήθηκαν από το αίτημά τους, ενώ την ίδια ώρα μισθωτοί και συνταξιούχοι βλέπουν το εισόδημά τους να μειώνεται όλο και περισσότερο. Οι βουλευτές έχουν προσφύγει στα Διοικητικά Δικαστήρια της Αθήνας διεκδικώντας, με το νόμιμο τόκο, τις διαφορές των αποδοχών τους, που δεν τους χορηγήθηκαν μετά την αύξηση των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών.

Οι αριθμοί είναι ιλιγγιώδεις:  Κατά μέσο όρο, με την κάθε αγωγή τους οι βουλευτές διεκδικούν 250.000 ευρώ, χωρίς ωστόσο να μπορεί να προσδιοριστεί το ακριβές ποσό, καθώς τα χρηματικά ποσά κυμαίνονται ανάλογα με το πόσες αγωγές έχει καταθέσει ο κάθε βουλευτής και με τα χρόνια που διετέλεσε βουλευτής.

Παράλληλα, στις αγωγές τους, οι βουλευτές επικαλούνται ότι παραβιάζονται οι συνταγματικές επιταγές με τις οποίες καθιερώνεται η αρχή της διάκρισης των τριών λειτουργιών (νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής), οι οποίες μεταξύ τους είναι ισοδύναμες και ισότιμες, ενώ, ο κάθε βουλευτής διεκδικεί και αποζημίωση 10.000 ευρώ, για την ηθική βλάβη που υπέστη από την μη αναπροσαρμογή των αποδοχών του.

Από τους 150 και πλέον βουλευτές, πρώην βουλευτές και ευρωβουλευτές που έχουν προσφύγει παραιτήθηκαν από τις αγωγές τους στο Διοικητικό Πρωτοδικείο, μέχρι στιγμής, μόνο οι 43. Από αυτούς οι 17 ανήκουν στον χώρο του ΠΑΣΟΚ και οι 24 στον χώρο της ΝΔ.

Υπενθυμίζεται ότι ο πρόεδρος της της ΝΔ, Αντώνης Σαμαράς, μέσω του Γιάννη Μιχελάκη, έχει διαμηνύσει ότι κανένας δεν θα συμπεριληφθεί στους εκλογικούς συνδυασμούς της ΝΔ εάν δεν προχωρήσει προηγουμένως στις νομικές εκείνες διαδικασίες με τις οποίες θα παραιτείται επίσημα και οριστικά από τη διεκδίκηση αναδρομικών.

Ειδικότερα, από τον χώρο του ΠΑΣΟΚ παραιτήθηκαν οι Λεων. Τζανής, Πυθαγόρας Βαρδίκος, Γεωργ. Κατηφόρης, Μαρία Ματσούκα (ευρωβουλευτής), Αλ. Βούλγαρης, Μυρσίνη Ζορμπά (ευρωβουλευτής), Παντ. Τσερτικίδης, Βασ. Κοντογιαννόπουλος, Ελισάβετ Παπαζώη, Γεωργ. Δρυς, Στεφ. Μανίκας, Αλεξ. Μπαλτάς, Δημ. Κουλουριάνος, Γ. Κίρκος, Γ. Πασχαλίδης, Εμμ. Μαστοράκης (ευρωβουλευτής) και Χρ. Θεοδώρου.

Από τη ΝΔ παραιτήθηκαν οι Μιχ. Λιάπης, Ιωάννης Πλακιωτάκης, Γεωργ. Μουτζουρίδης, Γεωργ. Κωνσταντόπουλος, Θεοδ. Σολδάτος, Αποστ. Σταύρου, Κων. Τσιπλάκης, Αθαν. Βαρίνος, Ανδρ. Κουτσούμπας, Γεωργ. Καλατζής, Αντ. Φούσας, Ζωή Μακρή, Χρυσή Καρύδη, Π. Αλιβιζάτος, Ξενοφ. Βεργίνης, Σταυρ. Παπαδόπουλος, Γιαν. Μανώλης, Βασ. Κορκολόπουλος, Αναστ. Λιάσκος, Μιχ. Μπεκίρης, Αθηνά Κόρκα -Κώνστα, Αντ. Μπέζας, Σταυρ. Κελέτσης και Δημ. Γαλαμάτης.

Από τον ΛΑΟΣ, παραιτήθηκε ο Αλ. Χρυσανθακόπουλος (1996 έως 2004, στο ΠΑΣΟΚ και από το 2009, στο ΛΑΟΣ), ενώ από το ΔΗΚΚΙ ο ευρωβουλευτής Εμμ. Μπακόπουλος, όπως και η χήρα και κόρη του Παν. Κοτσώνη (Συνασπισμός και ΚΚΕ).

Ωστόσο, δεν αποκλείεται ορισμένοι βουλευτές να έχουν καταθέσει παραιτήσεις και στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους.

Από το Διοικητικό Εφετείο αναμένεται η έκδοση και άλλων αποφάσεων επί προσφυγών βουλευτών, που πιθανά να είναι και αντίθετες με την επίμαχη απόφαση που δημοσιεύθηκε.

Η πρώτη απόφαση των Εφετών

Το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, με την υπ΄ αριθμ. 13/2012 απόφασή του (πρόεδρος ο Νικ. Διακονικολάου και εισηγήτρια η Σοφία Τσέκου-Πλιάτσικα), απέρριψε την έφεση πρώην βουλευτή της ΝΔ , του Ευγένιου Χαϊτίδη (διετέλεσε βουλευτής Σερρών τέσσερεις κοινοβουλευτικές περιόδους, 1993 - 2004), ενώ αντίθετα έκανε δεκτή την έφεση του ελληνικού Δημοσίου κατά της πρωτόδικης απόφασης που τον είχε δικαιώσει, μερικά.

Ο πρώην βουλευτής διεκδικεί από το ελληνικό Δημόσιο 401.152,82 ευρώ. Το ποσό αυτό αντιπροσωπεύει τη διαφορά της βουλευτικής αποζημίωσης με τις μηνιαίες αποδοχές του προέδρου της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ), που ανέρχεται στα 10.271,46 ευρώ.

Οι εφέτες έκριναν καταρχήν ότι «η καταβαλλόμενη στους βουλευτές κατά μήνα αποζημίωση δεν έχει τα εννοιολογικά στοιχεία του μισθού, που αποτελεί χρηματική κατά κανόνα αντιπαροχή, καταβαλλόμενη στον εργαζόμενο για ορισμένη εργασία από το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που οφείλεται από την παροχή της, αλλά αποβλέπει στην κάλυψη των οικονομικών συνεπειών από την απομάκρυνση του βουλευτή από τον επαγγελματικό και βιοποριστικό γενικά έργο του και την αποκλειστική του απασχόληση με το λειτούργημά του».

Παράλληλα θεωρούν ότι η εφάπαξ έκτακτη παροχή, που έλαβαν οι δικαστικοί λειτουργοί (2003-2007) και εξομοιώνονται οι αποδοχές τους με αυτές του προέδρου του ΕΕΤΤ, είναι ανεξάρτητη και δεν συνδέεται με το μισθολόγιο των δικαστών.

Έτσι, κρίθηκε ότι η επέκταση της επίμαχης παροχής στους βουλευτές «συνιστά ανεπίτρεπτη άσκηση νομοθετικού έργου», καθώς ο νομοθέτης κατά πρώτον είχε την πρόθεση να αναγνωριστούν οι απολαβές αυτές προς τους δικαστικούς για συγκεκριμένους λόγους, ενώ κατά δεύτερον «είχε την πρόθεση να αποκλείσει άλλες κατηγορίες λειτουργών, οι αποδοχές των οποίων συναρτώνται με το ύψος των μηνιαίων αποδοχών του ανώτατου δικαστικού λειτουργού» (δηλαδή τους βουλευτές).

Κατόπιν αυτών, το δικαστήριο αποφάνθηκε ότι αβάσιμα ο πρώην βουλευτής ζητεί την διαφορά των αποδοχών του με αυτές του προέδρου του ΕΕΤΤ, με τον πρόεδρό του να μειοψηφεί.