Τα ξένοιαστα πρώτα χρόνια της πρώτης δεύτερης χιλιετίας η Βάσω Παπανδρέου είχε ειδικό βάρος στο πολιτικό σύστημα. Είχε προκαλέσει τον Ανδρέα, είχε ενεργό ρόλο στην πρωθυπουργοποίηση του Σημίτη, στην οκταετία του οποίου ήταν συνεχώς κορυφαίος υπουργός. Ανήκε δικαιωματικά στους οκτώ «πρωθυπουργίσιμους» που με περισσή έπαρση είχε ανακαλύψει ο Σκανδαλίδης στο ΠΑΣΟΚ της εποχής εκείνης.    Η αποκαθήλωση από τα αξιώματα ήταν η αρχή της παρακμής για πολλούς και η Βάσω δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Ως υπεύθυνη Οικονομικών του κόμματος δεν έλαμψε. Η έφεση της να βλέπει παντού σκάνδαλα είχε σαν αποτέλεσμα το κόμμα να καταγγέλλει πολιτικές και έργα που είχε δρομολογήσει το ίδιο, όπως την πώληση της Εμπορικής στην Credit Agricole.

Η Βάσω συμπαρατάχθηκε με το Γιώργο στην υπόθεση της διαδοχής, όταν εκείνος εδραιώθηκε όμως έσπευσε να την αντικαταστήσει με την ευνοούμενη της οικογένειας Λούκα Κατσέλη. Αυτό ήταν το προειδοποιητικό καμπανάκι, ότι δεν θα γινόταν ξανά υπουργός, το οποίο η Βάσω προτίμησε τότε να αγνοήσει. Ο Γιώργος της εμπιστεύτηκε τον τομέα Άμυνας, ως τις εκλογές. Υπουργό εκεί όρισε το Βενιζέλο.   

Για την λεγόμενη και «σιδηρά κυρία» του ΠΑΣΟΚ βρέθηκε ένας ρόλος ως προέδρου της επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής. Στο περιβάλλον του Γιώργου προσπάθησαν να ξεχάσουν την ύπαρξη της. Όσοι ξέρουν, λένε πως ούτε ο Παπακωνσταντίνου, ούτε ο ίδιος ο ΓΑΠ την πήραν μια φορά στο τηλέφωνο μετά τις εκλογές. Λάθος τους, γιατί η Βάσω και το αντικείμενο ήξερε (από πολύ νωρίς είχε ζητήσει μέτρα) και τη ζωή δύσκολη μπορούσε να τους κάνει και δεν είχε κανένα δισταγμό. Πολύ νωρίς, οι συνεδριάσεις της επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων μετατράπηκαν σε κόλαση για την κυβέρνηση.

Η πρώτη κατηγορία άλλωστε, ότι κάτι δεν πήγαινε καλά ήρθε από την ίδια τη Βάσω για την υπόθεση Τ+10.  

Η Βάσω ψήφισε το πρώτο μνημόνιο η αποστασιοποίηση της όμως από την κυβέρνηση ήταν εμφανής, βδομάδα με τη βδομάδα. Ταυτόχρονα υπήρξε πορεία προσέγγισης με το Βενιζέλο. Ο αυτοκαταστροφικός Γιώργος ωστόσο επέμενε να μην καταλαβαίνει τι γινόταν γύρω του. Στην κρίση του δημοψηφίσματος ήταν η Βάσω που του έδωσε τη χαριστική βολή, βαζοντας στο τραπέζι την ατζέντα της αντικατάστασης του. Συμβούλιο πολιτικών αρχηγών για κυβέρνηση εθνικής ενότητας και μετά εκλογές, είχε ζητήσει τότε, αυτό και έγινε.  

Το πρόβλημα της Βάσως ήταν ότι δεν είχε στρατηγική. Αν και διαφωνούσε πλήρως με το μνημόνιο, ως εξέχων στέλεχος του εκσυγχρονισμού δεν μπορούσε να υπηρετήσει αντιμνημονιακές λογικές με την ελαφρότητα της Λούκας, ούτε να συνταχθεί με το ρεύμα του εύκολου λαϊκισμού. Συνεπής στην κριτική της το  Φεβρουάριο καταψήφισε τη νέα δανειακή σύμβαση, δίνοντας στο Γιώργο την ευκαιρία να τη διαγράψει.

Περίμενε ίσως, ότι ο Βενιζέλος, για την ανάδειξη του οποίου σε αρχηγό έκανε πολλά, θα την έπαιρνε πίσω στο κόμμα. Όσο εκείνη ωστόσο περίμενε ένα τηλεφώνημα, εκείνος εξήρε την απόφαση της να μην πολιτευτεί σαν παράδειγμα για την ανανέωση στο ΠΑΣΟΚ! Το τηλεφώνημα, δεν ήρθε, στην πολιτική της σταδιοδρομία πέφτουν οι τίτλοι του τέλους και είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πως θα την αναζητήσουν να επιστρέψει, ακόμα και αν η πρόβλεψη της ότι το Σεπτέμβρη η Ελλάδα θα χρεοκοπήσει άτακτα επαληθευτεί.    

Το κύκνειο άσμα της κ. Παπανδρέου ήταν μια λακωνική περιγραφή του τι έγινε τα τελευταία χρόνια: «η ΝΔ κατέστρεψε τη χώρα και εμείς την αποτελειώσαμε». Ως κορυφαίο στέλεχος του ΠΑΣΟΚ είχε μια συμβολή σε αυτό, για την οποία ανέλαβε την ευθύνη.

Το περιβάλλον του Γιώργου αντέδρασε με τις συνήθεις οργισμένες μεγαλοστομίες, έμπλεες οργής. Ωστόσο αν κάτι απομένει σαν παρακαταθήκη από τη Βάσω για το ΠΑΣΟΚ είναι η υπόδειξη της στο Γιώργο να κάνει επιτέλους την αυτοκριτική του, γιατί όσο δεν την κάνει παραμένει βαρίδι για το κόμμα. Σ’ αυτό, έχει απόλυτο δίκιο…



Θέμης Δαγκλής