«Η ελληνική κοινωνία δοκιμάζεται ποικιλοτρόπως. Η οικονομική κρίση έχει προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις, που έχουν σε πολύ μεγάλο βαθμό πλήξει όλες τις κοινωνικές ομάδες και πολύ περισσότερο τις πιο ευπαθείς, στις οποίες ανήκουν και τα παιδιά» ανέφερε σε χθεσινή δήλωσή του ο Γιώργος Κοντογιάννης, υποψήφιος βουλευτής της Δημοκρατικής Συμμαχίας στην Β' Αθήνας. «Τα παιδιά αποτελούν τα αθώα θύματα αυτής της πρωτοφανούς κατάστασης που βιώνει η χώρα μας. Ήδη φαινόμενα όπως η ασιτία και η εγκατάληψή τους σε ιδρύματα πολλαπλασιάζονται καθημερινά» ανέφερε ο βουλευτής της Δημοκρατικής Συμμαχίας  καταθέτοντας σειρά προτάσεων προκειμένου να διαμορφωθεί ένα πλαίσιο προστασίας των παιδιών και στήριξης των μητέρων, οι  κυριότερες εκ των οποίων συνοψίζονται στα εξής:

•    Δωρεάν διανομή φρούτων σε σχολεία στο πλαίσιο της υλοποίησης αντίστοιχου προγράμματος της Ε.Ε (η πρόταση κατατέθηκε αρχικά στον Υπ. Αγροτικής Ανάπτυξης το 2008 και υλοποιήθηκε τελικά το 2011).
•    Υλοποίηση προγράμματος μέσω της Ε.Ε, σε συνεργασία με την Τοπική Αυτοδιοίκηση, για δωρεάν διανομή στα σχολεία βασικών τροφίμων όπως γάλα, κατά το πρότυπο του προγράμματος δωρεάν διανομής φρούτων.
•    Στήριξη και οικονομική ενίσχυση όλων των δομών που φιλοξενούν παιδιά που έχουν εγκαταλειφθεί, ένα φαινόμενο που παρουσιάζει όξυνση λόγω της οικονομικής κρίσης.
•    Δημιουργία ολοκληρωμένου μηχανισμού επικοινωνίας και συντονισμού μεταξύ των Υπουργείων για την αντιμετώπιση των φαινομένων ασιτίας και εγκατάλειψης παιδιών.
•    Αξιοποίηση του κατασχεμένου υλικού της ΕΛ.ΑΣ από αναγνωρισμένα ιδρύματα της πολιτείας, των Δήμων ή της Εκκλησίας, που αναπτύσσουν φιλανθρωπικό έργο.
•    Παραχώρηση του τεχνολογικού εξοπλισμού που θα περισσέψει από τους καταργηθέντες φορείς και οργανισμούς του Δημοσίου, εφ’ όσον δεν χρειάζεται σε άλλες υπηρεσίες, σε σχολεία ή σε μαθητές των οποίων η οικονομική κατάσταση δεν είναι καλή.
•    Ειδική πρόνοια για τις μητέρες. Με τη μορφή επιδότησης των ασφαλιστικών τους εισφορών (ιδίως για περιόδους εγκυμοσύνης, λοχείας, πολλαπλής μητρότητας κ.λπ.), έτσι ώστε να εξασφαλίζουν περισσότερο ισότιμη αντιμετώπιση από τους εργοδότες και να μπορούν να υπερβαίνουν τις ανισότητες που υπάρχουν σήμερα στην αγορά εργασίας, χωρίς να παραβιάζονται οι ευρωπαϊκές αρχές περί ισότητας των φύλων.