«’Εχουν πει για μένα ότι, έτσι και γύριζα τη Σταχτοπούτα, οι θεατές θα έψαχναν κάποιο πτώμα μέσα στην κολοκυθένια άμαξα», είχε δηλώσει ο Άλφρεντ Χίτσκοκ το 1957. Σήμερα συμπληρώνονται 32 χρόνια από τον θάνατό του, ενώ σύντομα αναμένεται να βγει στις κινηματογραφικές αίθουσες η ταινία για τη ζωή του. Ο μετρ του σασπένς και της αγωνίας, όπως τον αποκαλούν, άφησε πίσω του μια σημαντική παρακαταθήκη από ταινίες που χαρακτηρίζονται από μια πρωτοποριακή οπτική έκφραση και μια μοναδική ατμόσφαιρα καθολικής ενοχής, ενώ δεν ήταν λίγοι αυτοί που προσπάθησαν να μιμηθούν τις τεχνικές του. Γεννήθηκε στις 13 Αυγούστου 1899 στο Ίστ Έντ του Λονδίνου. Στην αρχή της καριέρας του, το 1920, σχεδίαζε τίτλους αρχής για κινηματογραφικό στούντιο στο Λονδίνο, όπου είχε πιάσει δουλειά. Δύο χρόνια αργότερα, όμως, το σκηνοθετικό του όνειρο του έγινε πραγματικότητα και κλήθηκε να ολοκληρώσει την ταινία «Always Tell Your Wife», καθώς ο αρχικός σκηνοθέτης αρρώστησε. Παρόλα αυτά, η πρώτη ταινία που σκηνοθέτησε εξ ολοκλήρου ο Χίτσκοκ ήρθε το 1925 (Pleasure Garden), οπότε άρχισε ουσιαστικά  η καριέρα του.

Κατά τη δεκαετία του ’30, ο Χίτσκοκ γύρισε αρκετές σημαντικές ταινίες, όπως το «Σαμποτάζ», τα «39 σκαλοπάτια» και «Ο άνθρωπος που ήξερε πολλά». Με το ξεκίνημα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου αποφάσισε να μετακομίσει στις ΗΠΑ, αλλά κι εκεί ο «δρόμος» δεν ήταν εύκολος, αφού οι παραγωγοί των μεγάλων στούντιο δεν θεωρούσαν ότι μπορούσε να κάνει καριέρα στον χώρο. Κι ενώ του ανέθεσαν να κάνει μια ταινία για τον Τιτανικό, το σχέδιο «ναυάγησε» και έτσι βρέθηκε να γυρίζει  την ταινία «Ρεβέκκα», η οποία το 1940 κέρδισε το Όσκαρ καλύτερης ταινίας. Το βραβείο, όμως, αντί να πάει στον Χίτσκοκ πήγε στον παραγωγό της ταινίας.



Η πρώτη έγχρωμη ταινία του ήταν η «Θηλιά» (1948), που θεωρείται πρωτοποριακή, καθώς είναι γυρισμένη εξ ολοκλήρου με μία κάμερα, χωρίς κανένα μοντάζ και μέσα στον κλειστό χώρο ενός στούντιο της Warner Bros.

Το 1960, έρχεται το αποκορύφωμα της καριέρας του, καθώς σκηνοθετεί το «Ψυχώ» το οποίο γνωρίζει μεγάλη εμπορική επιτυχία και μέχρι σήμερα θεωρείται από τις καλύτερες ταινίες στο είδος της. «Η κατασκευή της αυτής της ταινίας υπήρξε η πιο συναρπαστική εμπειρία μου σε ό, τι αφορά το παιχνίδι μου με το κοινό. Με το ”Ψυχώ” διεύθυνα τους θεατές σαν να έπαιζα κάποιο όργανο», είχε πει ο Χίτσκοκ.

Επέμενε ότι κάνει ταινίες θρίλερ και όχι μυστηρίου, ενώ θεωρούσε πιο σημαντικό να προκαλέσει έκπληξη και σασπένς, παρά ένα αίνιγμα. Χρησιμοποιούσε το στοιχείο του μυστηρίου απλά ως πρόσχημα, για να κινήσει το ενδιαφέρον των θεατών, ενώ πετύχαινε τη δημιουργία σασπένς με το να δίνει στον θεατή περισσότερες πληροφορίες απ’ όσες διέθετε ο χαρακτήρας. Αγαπημένη του ταινία ήταν το«Shadow of a Doubt» (Το Χέρι που σκοτώνει) και καλύτερος σκηνοθέτης κατά τον ίδιο ήταν ο Λουίς Μπουνιουέλ.



Δεν έγραφε ποτέ σενάρια και οι ταινίες του στηρίζονταν σε μυθιστορήματα, θεατρικά έργα και διηγήματα. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, ο Χίτσκοκ παρέμενε στο πλατό , χωρίς να κοιτάζει το σκόπευτρο της κάμερας, αλλά εκ των προτέρων σχεδίαζε κάθε πλάνο και εξηγούσε στον διευθυντή φωτογραφίας τι ήθελε. Χαρακτηριστικό των ταινιών του είναι οι εμφάνιση που κάνει ο ίδιος σε ρόλο κομπάρσου (cameo appearance), γεγονός που λειτουργεί ως ένα είδος «παιχνιδιού» για τον θεατή.

Στις ταινίες του, προτιμούσε πάντα ξανθές πρωταγωνίστριες, όπως η Τζόαν Φοντέιν, η Ίνγκριντ Μπέργκμαν, η Μάρλεν Ντίτριχ, η Γκρέις Κέλι, η Τζάνετ Λι, η Ντόρις Ντέι και άλλες. Επιπλέον, έχουν παίξει και οι διασημότεροι άντρες ηθοποιοί της εποχής, όπως ο Τσαρλς Λότον, ο Λόρενς Ολίβιε, ο Τζέιμς Στιούαρτ, ο Γκρέγκορι Πεκ, ο Χένρι Φόντα, ο Σον Κόνερι, ο Πολ Νιούμαν, ο Άντονοι Πέρκινς και άλλοι.



Αξίζει να σημειωθεί πως ο Άλφρεντ Χίτσκοκ προτάθηκε αρκετές φορές για Όσκαρ σκηνοθεσίας, το 1941 (Ρεβέκκα), το 1942 (Υποψίες), το 1945 (Στον ίσκιο του θανάτου/ Ναυαγοί), το 1946 (Νύχτα Αγωνίας), το 1955 (Σιωπηλός Μάρτυς) και το 1961 (Ψυχώ), αλλά δεν το κέρδισε ποτέ.

Το 2013 πρόκειται να έρθει στη χώρα μας η ταινία «Hitchcock», η οποία θα επικεντρώνεται στη σχέση του Χίτσκοκ με τη γυναίκα του. Τον ρόλο του μεγάλου σκηνοθέτη θα ενσαρκώσει ο Άντονι Χόπκινς.




Ντία Μούλου