Επίκαιρα όσο ποτέ άλλοτε είναι τα μηνύματα που στέλνει η επέτειος της εργατικής πρωτομαγιάς. Οι πολιτικές λιτότητας που εφαρμόζονται σε όλη την Ευρώπη, εν πολλοίς στόχο έχουν εργατικές κατακτήσεις που κερδήθηκαν με αίμα και πολλούς αγώνες.  

Ειδικά στην Ελλάδα του μνημονίου, η απειλή για τα εισοδήματα των εργαζομένων είναι μεγαλύτερη από ποτέ. Ο βασικός μισθός έπεσε στα 426 ευρώ, με προοπτικές περαιτέρω μείωσης.   

Εν τέλει, το επίπεδο διαβίωσης και οι μισθοί έχουν γυρίσει σε επίπεδα άλλων εποχών. Η πρωτομαγιά λοιπόν, δεν είναι αργία. Είναι ημέρα που οι εργαζόμενοι αποτίουν φόρο τιμής στους νεκρούς τους, μία υπενθύμιση, ότι τα δικαιώματα που κατακτήθηκαν με τόσο κόπο, στην εποχή μας ανατρέπονται ημέρα με την ημέρα.   

Εμπνευσμένη από την αιματηρή απεργία του 1886 στο Σικάγο των ΗΠΑ, 1η Μαϊου, καθιερώθηκε ως ημέρα μνήμης στις 20 Ιουλίου 1889, κατά τη διάρκεια του ιδρυτικού συνεδρίου τηςΔεύτερης Διεθνούς (Σοσιαλιστικής Διεθνούς).  
Το Σικάγο ήταν η αρχή

Στις ΗΠΑ του 19ου αιώνα, το οκτάωρο, ο βασικός μισθός, η σύνταξη και η ασφάλιση ήταν δικαιώματα που ούτε μπορούσε να τα φανταστεί κάποιος εργαζόμενος. Μοναδική υποχρέωση των εργοδοτών ήταν να πληρώνουν τους μισθούς που οι ίδιοι καθόριζαν, ενώ μπορούσαν να απολύουν με την παραμικρή αφορμή, δίχως να λογοδοτούν πουθενά.

Η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο, με αποτέλεσμα το συνέδριο της Αμερικανικής Ομοσπονδίας Εργασίας να αποφασίσει να προχωρήσει σε απεργιακές κινητοποιήσεις την 1η Μαΐου του 1886.  

Βασικό αίτημα των εργατών ήταν μείωση των ωρών εργασίας και σύνθημα «οχτώ ώρες δουλειά, οχτώ ώρες ανάπαυση, οχτώ ώρες ύπνο», ενώ κέντρο των κινητοποιήσεων ήταν το Σικάγο, η βασικότερη βιομηχανική πόλη των ΗΠΑ.  

Οι εργάτες της πόλης ανταποκρίθηκαν με ενθουσιασμό στο κάλεσμα και προσήλθαν μαζικά στην απεργιακή συγκέντρωση στην πλατεία Χέιμαρκετ. Η επιτυχία της κινητοποίησης ήταν μεγάλη, αφού περισσότεροι από 80.000 βρέθηκαν στην διαδήλωση, και αποφασίστηκε η συνέχιση των απεργιών. Στα πλαίσια των κινητοποιήσεων, πολλά εργοστάσια είχαν καταληφθεί από εργάτες.   

Σε ένα από αυτά, στο McCormick, δύο ημέρες αργότερα, οι αστυνομικοί, μαζί με απεργοσπάστες επιτέθηκαν στους εργάτες με σκοπό την ανακατάληψη του εργοστασίου. Οι συμπλοκές που ακολούθησαν ήταν άγριες, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους τέσσερις απεργοί και να τραυματιστούν πολλοί περισσότεροι.  

Τα επεισόδια αυτά εξόργισαν τους εργάτες, οι οποίοι αποφάσισαν να κλιμακώσουν τις κινητοποιήσεις τους. Την επόμενη ημέρα, διοργάνωσαν συγκέντρωση διαμαρτυρίας ενάντια στην αστυνομική βία, και πάλι στην πλατεία Χέιμαρκετ.  

Για ακόμη μία φορά οι απεργοί προσέρχονται μαζικά στο συλλαλητήριο, ενώ αρχές ανήσυχες από τις κινητοποιήσεις είναι αποφασισμένες να διαλύσουν με κάθε τρόπο τη συγκέντρωση. Πάνω από 1000 αστυνομικοί βρίσκονται σε ετοιμότητα, διαθέτοντας βαρύ οπλισμό.  

Λίγη ώρα αργότερα, ο διοικητής των δυνάμεων καταστολής δίνει το πράσινο φως για τη βίαιη διάλυση της συγκέντρωσης. Οι αστυνομικοί επιτίθενται με μανία στο πλήθος. Τότε από την πλευρά των διαδηλωτών  εκτοξεύεται μια βόμβα με αναμμένο φυτίλι προς το μέρος τους, η οποία εξερράγη, σκοτώνοντας έναν αστυνομικό και τραυματίζοντας δεκάδες.   

Οι αστυνομικοί ως απάντηση, ανοίγουν πυρ προς τους διαδηλωτές, δίχως διακρίσεις. Μέχρι και σήμερα, 126 χρόνια μετά, ο αριθμός των νεκρών και των τραυματιών παραμένει άγνωστος.   

Οκτώ συλληφθέντες διαδηλωτές δικάστηκαν, τέσσερις εξ αυτών καταδικάστηκαν σε θάνατο και άλλος ένας αυτοκτόνησε στην φυλακή, σε μία δίκη κατά τη διάρκεια της οποίας ποτέ δεν αποδείχθηκε η ενοχή των κατηγορουμένων.  

Ο «ματωμένος» Μάης του 1936

Στην Ελλάδα, σημείο αναφοράς για το εργατικό κίνημα στάθηκαν τα αιματηρά γεγονότα του Μαΐου του 1936 στη Θεσσαλονίκη.  

Ήταν 1η Μαΐου του 1936 όταν οι καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης αποφασίζουν να κατέβουν σε απεργία με κεντρικό αίτημα την αύξηση των ημερομισθίων τους. Μέσα σε λίγες μέρες το απεργιακό κύμα είχε εξαπλωθεί σε Ξάνθη, Αγρίνιο, Κομοτηνή, Σέρρες και Ελευσίνα. 

Η απεργία είναι πλέον πανεργατική, ενώ η Θεσσαλονίκη αποτελεί την «καρδιά» των κινητοποιήσεων.  
Οι απεργίες συνεχίζονται,  με αποκορύφωμα την 9η Μαΐου, όπου σε κάθε σημείο της Θεσσαλονίκης, βρισκόταν σε εξέλιξη απεργιακές συγκεντρώσεις. Το καθεστώς Μεταξά απαντά με βίαιο τρόπο στα συλλαλητήρια και δίνει εντολή στην αστυνομία και το στρατό να διαλύσουν τις συγκεντρώσεις, χρησιμοποιώντας και όπλα αν παραστεί ανάγκη.  

Στις 10:30 το πρωί στη διασταύρωση των οδών Βενιζέλου και Εγνατίας πέφτει νεκρός ο νεαρός αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης. Είναι ο πρώτος νεκρός ενώ ακολουθούν και άλλοι επτά στη συνέχεια. Ο θρήνος της μητέρας του πάνω στο πτώμα του γιου της, που καταγράφηκε φωτογραφικά αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τον ποιητή Γιάννη Ρίτσο,  ώστε να γράψει τον «Επιτάφιο».  

Κατόπιν πυροβολούν και σε άλλα σημεία, προσπαθώντας να διαλύσουν τους συγκεντρωμένους, σκοτώνοντας και άλλους, ανάμεσα σ’ αυτούς και γυναίκες. Οισκοτωμένοι ήταν τελικά πάνω από 12 και οι τραυματίες πάνω από 300.    

Παναγιώτης Βελισσάρης – Λυμπερίδης