«Κάτι είχε η φάτσα μου που έφερνε τον άλλον κοντά μου. Ίσως, όταν έπεφτε η ματιά τους επάνω μου, ήξεραν ότι είμαι ένας πολύ εντάξει άνθρωπος. Υπήρξαν και άνθρωποι που επέμεναν να με αποκαλούν «κύριε Βέγγο». Ε, εκεί γινόμουν έξω φρενών! Μα, Θανάση με λένε! Είναι δυνατόν να με φωνάζετε κύριε Βέγγο; Ένας λαϊκός άνθρωπος ήμουν»...   Σαν σήμερα, ένα χρόνο πριν διακριτικά όπως έζησε, έφυγε ο καλός μας άνθρωπος, ο τίμιος Θανάσης Βέγγος  

«Ήθελα να είμαι δουλευταράς, να δουλεύω με μεγάλες ταχύτητες», είχε δηλώσει σε μία από τις ελάχιστες συνεντεύξεις του.

Ο Θανάσης Βέγγος συστήθηκε στους Έλληνες μέσα από τον κινηματογράφο ως μια αεικίνητη φιγούρα που μοίραζε απλόχερα γέλιο και συγκίνηση. Αν και δεν φοίτησε σε κάποια δραματική σχολή κατάφερνε να παραδίδει ένα αυτοσχέδιο θεατρικό μάθημα σε κάθε του ρόλο. Ο σπουδαίος αυτός ηθοποιός θεωρείται από μόνος του ένα κεφάλαιο στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου.  

Οι διάσημες ατάκες του, όπως «καααλοί μου άνθρωποι» και «πελάαατες μου» έχουν βρει τη δική τους θέση πια στο καθημερινό μας λεξιλόγιο. Ο ίδιος αν και πρωταγωνιστής σε 52 ταινίες αδιαφόρησε στεγνά για τη φήμη και δεν υπέκυψε ποτέ στα μικρόφωνα των δημοσιογράφων. Μετρημένος, απλός και γλυκομίλητος έμοιαζε με... πράκτορα του γέλιου. «Ο Βέγγος εκφράζει έντονα με τη φιγούρα του αιώνιου Καραγκιόζη, τον πολίτη της Β΄ κατηγορίας συμπληρώνοντας το κενό για ένα τύπο που αποζητούσε ο μέσος νεοέλληνας για να ταυτιστεί μαζί του», είχε πει ο κριτικός θεάτρου Κώστας Γεωργουσόπουλος. Ο ίδιος είχε δηλώσει κάποτε «έχω ρίξει άγριο κουπί».   

Τέχνη, ήθος και ανθρωπιά


Ο μοναχογιός του αντιστασιακού Βασίλη Βέγγου υπηρέτησε την στρατιωτική του θητεία εξορισμένος στα ταραγμένα χρόνια του εμφυλίου στην Μακρόνησο, όπου και γνώρισε το σκηνοθέτη Νίκο Κούνδουρο. Όλα άρχισαν εκεί. Στο πανί εμφανίστηκε για πρώτη φορά πίσω στα 1955 με την ταινία του Νίκου, Μαγική Πόλη. Ακολούθησαν μικρές συμμετοχές ενώ παράλληλα συνέχιζε να δουλεύει για το μεροκάματο ως βοηθός σε κινηματογραφικά γυρίσματα, αφού ο πατέρας του είχε εκδιωχθεί λόγω των πολιτικών του φρονημάτων. Το 1959 το ταλέντο του είναι το μοναδικό του διαβατήριο για να περάσει τις εξετάσεις για την άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος. Μέχρι εκείνη τη στιγμή έχει καταφέρει να... τρυπώσει σε ταινίες όπως Συννεφιασμένη Κυριακή, Μανταλένα και Ηλίας του 16ου. Την ίδια χρονιά κάνει και το ντεμπούτο στο θεατρικό σανίδι δίπλα στον Γιάννη Γκιωνάκη και Νίκο Ρίζο. Ο πρώτος του μεγάλος ρόλος όμως είναι μαζί με τον Νίκο Σταυρίδη στην ταινία «Οι δοσατζήδες» (1960).  Στα επόμενα χρόνια γίνεται δημοφιλής και το 1965 δημιουργεί την εταιρεία παραγωγής ΘΒ - Ταινίες Γέλιου.  

Ο σουρρεαλισμός, το αστείρευτο ταλέντο και ένας συνεχής αυτοσχεδιασμός χαρακτήριζει τις ταινίες «Φανερός πράκτωρ 000», «Τρελός, παλαβός και Βέγγος», «Ποιος Θανάσης;». Ωστόσο, παρά την εμπορική και καλλιτεχνική τους επιτυχία, οι ταινίες αυτές οδηγούν την εταιρεία του Βέγγου σε κλείσιμο και τον ίδιο σε οικονομική καταστροφή, από την οποία θα συνέλθει μόνο μετά από πολλά χρόνια. Την δεκαετία του  '80 αποφασίζει να απέχει για λίγο από τον κινηματογράφο. Έχουν προηγηθεί (1971) η ταινία «Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση», η οποία αποσπά βραβεία και καλές κριτικές αλλά και ένα βραβείο α' ανδρικού ρόλου (1972) με την ταινία «Θανάση πάρε το όπλο σου».   

Ο Βούλγαρης και «Οι ήσυχες ημέρες τους Αυγούστου» θα τον «επαναφέρουν» στην μεγάλη οθόνη το 1991 και θα κερδίσει το βραβείο β' ανδρικού ρόλου. Σειρά έχει το «Όλα είναι δρόμος» σε σενάριο Γιώργου Σκαμπαρδώνη. Τ
ο 1997, εμφανίζεται στον ρόλο του Δικαιόπολι στους Αχαρνής και στην συνέχεια, το 2001, στην Ειρήνη του Αριστοφάνη με τεράστια επιτυχία. Το 2009 εμφανίζεται και πάλι, αν και σε μικρό ρόλο, στην ταινία του Παντελή Βούλγαρη “Ψυχή Βαθιά”.  

Η δράση του στο θεατρικό σανίδι ήταν ελαφρώς πιο περιοσμένη, όμως εξίσου μοναδική. Ο Θανάσης Βέγγος γέμιζε τις Πλατείες έιτε παίζοντας κωμωδία είτε ασκώντας κοινωνική κριτική με επιθεωρήσεις. Από το Περοκέ του 1959 σχεδόν 40 χρόνια μετά βρίσκεται στην «ενδοχώρα» του αρχαίου ελληνικου θεάτρου,  Επίδαυρο, με Αριστοφάνη και το έργο «Ειρήνη» και γνωρίζει την αποθέωση. Η τελευταία του εμφάνιση ήταν στο Ακροπόλ το 1999 με την επιθεώρηση «Έλληνες είστε και φαίνεστε».    

Τρέχοντας όπως ο Βέγγος 


«Σήμερα πλέον ο κόσμος δεν γελάει με τίποτε. Εχει πολλά προβλήματα. Δεν γελάει όπως γελούσε. Εχει ανάγκη να γελάσει, και μεγαλύτερη από παλιά, αλλά δεν γελάει. Είναι πικραμένος ο κόσμος. Του δίνουμε αυτό που χρειάζεται του κόσμου;  Δεν νομίζω», έλεγε ο ίδιος το 1998.

Έντεκα χρόνια μετά από τότε η αυλαία έπεσε για τον ΘΒ όμως οι ρόλοι του παραμένουν ζωντανοί. Ο ίδιος πάντοτε μιλούσε με ειλικρίνεια και σχημάτιζε κινηματογραφικά καρέ ανθρωπιάς και συγκίνησης.  Σαν ένας καθρέφτης της ψυχής του λαϊκού κόσμου.  

Ας μην ξεχάσουμε λοιπόν ότι ο Θανάσης Βέγγος μας έμαθε να γελάμε και άμα πέσουμε να ξανασηκωθούμε και να συνεχίσουμε να τρέχουμε, όπως εκείνος άλλωστε...   

Αθηνά Παπακώστα