Με τη ρευστότητα στο πολιτικό σκηνικό να διατηρείται και τις κυλιόμενες, μυστικές δημοσκοπήσεις που φτάνουν στα επιτελεία των κομμάτων, να μη δίνουν ακόμη καθαρή εικόνα για την πρόθεση του εκλογικού σώματος την ερχόμενη Κυριακή, τα μέτωπα ανάμεσα στους κομματικούς σχηματισμούς πληθαίνουν ολοένα και περισσότερο. Κεντρικό πεδίο αντιπαράθεσης για την ΝΔ παραμένει η διαμάχη με τον ΣΥΡΙΖΑ, με τους άξονες της αντιπαράθεσης να έχουν πλέον αυξηθεί καθώς το επίκεντρο των διαφωνιών έχει μετατοπιστεί ως ένα μεγάλο βαθμό στα θέματα της ασφάλειας των πολιτών και της λαθρομετανάστευσης.

Πεδίο που θεωρείται προνομιακό για την ΝΔ, δεδομένης της ασάφειας των θέσεων του ΣΥΡΙΖΑ αναφορικά με τα ζητήματα αυτά –αφοπλισμός της αστυνομίας, αθρόα υποδοχή λαθρομεταναστών κ.λπ. Η συγκεκριμένη ατζέντα ακουμπάει σε ευαίσθητα σημεία τους πολίτες και αναμένεται να είναι το στοιχείο εκείνου θα γείρει τελικώς την εκλογική πλάστιγγα.

Και αυτό για δύο λόγους: Πρώτον, διότι οι απώλειες που κατεγράφησαν σε μεγάλο ποσοστό –και- για την ΝΔ, εντοπίστηκαν στα αστικά κέντρα και στο ηλικιακό φάσμα 45-54.

Δηλαδή σε γεωγραφικές περιοχές και ηλικίες που υπάρχει αυξημένο το αίσθημα της ανασφάλειας λόγω εγκληματικότητας.

Δεύτερον, καθώς τα συγκεκριμένα κοινωνικά στρώματα εμφανίζουν κατά τεκμήριο συντηρητικά ανακλαστικά ή τοποθετούνται στη λεγόμενη αστική τάξη, τμήμα της οποίας, με την αποχώρησή του από το ΠΑΣΟΚ, διάκειται θετικότερα προς την ΝΔ. Αυτομάτως, αυτό δημιουργεί περιθώρια αυξητικής τάσης για την ΝΔ, καθώς οι δεξαμενές από τις οποίες μπορεί να αντλήσει ψήφουν είναι συγκριτικά υπεράριθμες από εκείνες του ΣΥΡΙΖΑ.

Γεγονός που εξηγεί και την εμφανή πολεμική που αντιμετωπίζουν στην Συγγρού από τους κομματικούς σχηματισμούς που, είτε κινούνται στις παρυφές της δεξιάς, είτε προέρχονται από τα σπλάχνα της ΝΔ. Καθίσταται συνεπώς εξαιρετικά δύσκολο ακόμη και το να παρακολουθήσει κανείς τους διαγκωνισμούς ανάμεσα στα κόμματα της ευρύτερης κεντροδεξιάς. Η διαφαινόμενη συρρίκνωση των ποσοστών του Π. Καμμένου έχει προκαλέσει ανησυχία στο στρατόπεδο των «Ανεξάρτητων Ελλήνων», οδηγώντας τα στελέχη τους σε σπασμωδικές αντιδράσεις.

Οι αποχωρήσεις υποψηφίων βουλευτών και οι προσχωρήσεις του στην ΝΔ, έχουν διαμορφώσει συνθήκες πανικού και φαίνεται ότι μόνον ο Χρ. Ζώης στην Λάρισα και η Μίκα Ιατρίδη στα Δωδεκάνησα συγκρατούν –έστω και δύσκολα- κάποιες δυνάμεις.

Η συμπίεση της «Χρυσής Αυγής» από την άλλη –που δε δείχνει να αντιμετωπίζει πρόβλημα εισόδου στην Βουλή αλλά με σημαντικά μειωμένα τα ποσοστά της καθώς φαίνεται- έχει προσδώσει περισσότερες «γωνίες» στη ρητορική Μιχαλολιάκου.

Και τα στελέχη της όμως ακολουθούν την ίδια πρακτική, εκθειάζοντας τις... πυγμαχικές εμφανίσεις Κασιδιάρη, τον οποίο και δικαιώνουν απολύτως, προσδωκώντας σε άγρα ψήφων.

Παράλληλα, αποφεύγουν «όπως ο διάολος το λιβάνι» την αντιπαράθεση στη βάση επιχειρηματολογικού διαλόγου σε τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά πάνελ, αποφεύγοντας να διακινδυνεύσουν οποιαδήποτε γκάφα, αλλά και προστατεύοντας εαυτούς από «επικίνδυνες ερωτήσεις» όπως για παράδειγμα η αμφιλεγόμενη επιλογή του κ. Κασιδιάρη να αναλάβει θαρραλέα τις ευθύνες του και να παρουσιαστεί στις Αρχές ενώ ήταν ακόμη εν ισχύ το Αυτόφωρο (ήδη στους κόλπους της «Χρυσής Αυγής» ακούστηκαν γκρίνιες για την εν λόγω επιλογή).

Τον επαναπατρισμό ψηφοφόρων του που επέλεξαν το κόμμα Μιχαλολιάκου επιδιώκει και ο Γ. Καρατζαφέρης, που εμφανίζεται λάβρος εναντίον των αντιδημοκρατικών πρακτικών της «Χρυσής Αυγής», εξαπολύοντας παράλληλα πυρά προς άπαντας, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ.

Οξεία ρητορική τέλος υιοθετούν και οι Τζήμερος- Μάνος καθώς τα μηνύματα που φτάνουν στο επιτελείο του κομματικού συνασπισμού, δείχνουν ανάσχεση της αρχικής δυναμικής που ήθελε την «Δημιουργία, Ξανά» εντός Κοινοβουλίου.

Οι κ.κ. Μάνος και Τζήμερος επιχειρούν να αναδείξουν τη γνησιότητα του νεοφιλελεύθερου προφίλ τους καθώς φαίνεται ότι καταγράφονται διαρροές προς την ΝΔ, μετά και την επανένταξη στις τάξεις του κόμματος της Ντόρας Μπακογιάννη.

Πάνος Ρασσιάς