Σε μια σύντομη περίοδο δοκιμασίας κατά την οποία οφείλει να αποκαταστήσει την αξιοπιστία της στους εταίρους εισέρχεται η Ελλάδα, η οποία –έστω και διά της περιφερειακής οδού- επηρεάζεται σημαντικά από τις αποφάσεις της Συνόδου Κορυφής, ακόμη και παρά το γεγονός ότι η αντιμετώπιση του ελληνικού ζητήματος δεν ήταν στην ατζέντα της Συνόδου.
Ωστόσο, δύο θέματα της ατζέντας της Συνόδου, αφορούν απολύτως και την Ελλάδα: Το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο –δηλαδή ο προϋπολογισμός της Ε.Ε. για την περίοδο 2014-2020- και η πολιτική συνοχής, μέσω της οποίας η χώρα μπορεί να επιστρέψει σε ρυθμούς ανάπτυξης.

Παράλληλα, διά της πλαγίας, η Ελλάδα μπορεί να ωφεληθεί και από την απόφαση της άμεσης ανακεφαλαιοποίησης τραπεζών μέσω του ESM, με τη συμμετοχή της ΕΚΤ. Και αυτό διότι, σύμφωνα με εκτιμήσεις κυβερνητικών αξιωματούχων, τα 50 δις που να μπορούσαν να ενταχθούν στην άμεση ανακεφαλαιοποίηση θα μπορούσαν να μειώσουν το χρέος μέχρι το 2020 κατά 24%.

Βέβαια, για να μπορέσει η Ελλάδα να διεκδικήσει το κέρδος της Ισπανίας και της Ιρλανδίας (απόρροια της σκληρής διαμάχης ανάμεσα στα δύο μπλοκ, της Γερμανίας από τη μία και της Ιταλίας με την Ισπανία από την άλλη) έχει μόνον έναν δρόμο: Να προχωρήσει στην εφαρμογή των συμφωνηθέντων με την Τρόικα, ώστε σταδιακά να καταφέρει να εμπνεύσει εμπιστοσύνη στους εταίρους μας.

Εδώ ακριβώς εστιάζεται και το ενδιαφέρον ως προς τη δυνατότητα των τριών κομμάτων που στηρίζουν την κυβέρνηση Σαμαρά να προωθήσουν πολιτικές τέτοιες ώστε και το πρόγραμμα να εφαρμοστεί αλλά και να μη συμπιεστούν περαιτέρω οι αδύναμες κοινωνικές τάξεις. Δεδομένων βέβαια των ετερόκλητων ιδεολογικών αφετηριών από τις οποίες εκκινούν η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και η ΔΗΜ.ΑΡ. είναι ζητούμενο το ποια τελικώς θα αποτελέσουν πεδία πολιτικής σύγκλισης.

Και, ως εκ τούτου, εξαιρετικό ενδιαφέρον προσλαμβάνουν οι προγραμματικές δηλώσεις που θα ξεκινήσουν περί το μέσο της επόμενης εβδομάδας και θα αποτελέσουν το πολιτικό πλαίσιο της τρικομμματικής κυβέρνησης. 

Πάνος Ρασσιάς