Η κυβέρνηση της Γερμανίας είναι σίγουρη πως δεν είναι δυνατή μια σημαντική χαλάρωση του ελληνικού προγράμματος, υπογράμμισε ο γερμανός υπουργός Εξωτερικών, Γκίντο Βεστερβέλε, μετά τη συνάντησή με τον έλληνα ομόλογό του.
Όπως τόνισε ο κ. Βεστερβέλε, «το κλειδί της επιτυχίας βρίσκεται στην Αθήνα», ενώ υπογράμμισε ότι η υλοποίηση των συμφωνηθέντων και των μεταρρυθμίσεων είναι απαραίτητη.

Σημείωσε ωστόσο ότι η οποιαδήποτε απόφαση θα ληφθεί μετά την ολοκλήρωση της έκθεσης της τρόικας, επαναλαμβάνοντας την πάγια θέση της γερμανικής κυβέρνησης ότι δηλαδή δεν είναι δυνατές αλλαγές στην ουσία των μεταρρυθμίσεων.


Εξέφρασε παράλληλα την συμπαράσταση της κυβέρνησής του προς τον ελληνικό λαό:

«Γνωρίζουμε τι επωμίζεστε στην παρούσα φάση. Γνωρίζουμε τι τραβάει ο απλός άνθρωπος στην Ελλάδα. Τι σημαίνει για νέους ανθρώπους που αναζητούν εργασία, τι σημαίνει για μεγαλύτερους να περικόπτονται οι μισθοί τους και για συνταξιούχους να φοβούνται για το μέλλον τους», δήλωσε χαρακτηριστικά.


«Αποφασισμένοι να προχωρήσουμε»


Ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών από την πλευρά του υπογράμμισε την αποφασιστικότητα της Αθήνας να προχωρήσει στην εφαρμογή και προώθηση των απαραίτητων μεταρρυθμίσεων.


Παράλληλα, ο κ. Αβραμόπουλος υπογράμμισε ότι ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς πρόκειται σύντομα να ανακοινώσει νέο πακέτο δημοσιονομικών μέτρων 11,5 δισεκατομμυρίων ευρώ, το οποίο «θα επιβεβαιώσει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο την αποφασιστικότητα της Ελλάδας να πετύχει τους στόχους, με ειδική ωστόσο φροντίδα στις ασθενέστερες κοινωνικές τάξεις, οι οποίες βρίσκονται στην δίνη μιας κοινωνικής κρίσης, εξαιτίας της δημοσιονομικής κρίσης».

Ο υπουργός Εξωτερικών αναφέρθηκε ακόμη στην ανάγκη να επιδεικνύεται αλληλεγγύη ανάμεσα στις χώρες της Ευρώπης, «ακόμη και σε επίπεδο δηλώσεων και εντυπώσεων» και προειδοποίησε για τον κίνδυνο κοινωνικής αστάθειας και εξάπλωσής της.

Εξάλλου, ο κ. Αβραμόπουλος τόνισε ότι «η λιτότητα μόνη δεν είναι αρκετή» για να προσθέσει ότι χωρίς επενδύσεις και ρευστότητα στην αγορά δεν θα υπάρξει ανάκαμψη, αλλά ακόμη μικρότερη παραγωγή και υψηλότερα ποσοστά ανεργίας.