Την κατηγορηματική άρνησή του εξέφρασε ο Επίτροπος για τις Οικονομικές και Νομισματικές Υποθέσεις της ΕΕ, Όλι Ρεν, στην προοπτική συνεργασίας της Κομισιόν με την ελληνική κυβέρνηση σε ό,τι αφορά την αποκατάσταση των συλλογικών συμβάσεων και της μετενέργειας, καθώς και την αναπροσαρμογή προς τα πάνω των κατώτερων  μισθών. Αφορμή υπήρξε σχετική ερώτηση του ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, Νίκου Χουντή, η οποία  αναφερόταν «στις ρητές προεκλογικές δεσμεύσεις των κομμάτων της σημερινής συγκυβέρνησης ότι θα θέσουν προς επαναδιαπραγμάτευση το θέμα της μετενέργειας και της αποκατάστασης της ισχύος των συλλογικών συμβάσεων».

Αρχικά, ο κ. Ρεν εξέφρασε την αντίθεσή του προς την εκτίμηση του Νίκου Χουντή περί αντίστοιχων προεκλογικών δεσμεύσεων των συγκυβερνώντων, σημειώνοντας πως «δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα». Όπως μάλιστα χαρακτηριστικά δήλωσε ο φινλανδός Επίτροπος, «η προηγούμενη ελληνική κυβέρνηση υπέγραψε το Μνημόνιο στο όνομα και προς το συμφέρον της χώρας, γεγονός που δεσμεύει την επόμενη κυβέρνηση».

Στη συνέχεια, απαντώντας στον έλληνα ευρωβουλευτή, ο κ. Ρεν αφού υποστήριξε εκ νέου πως «αμφισβήτει ότι τα τρία πολιτικά κόμματα είχαν δεσμευθεί για την επαναφορά των κατώτερων μισθών και της μετενέργειας», δήλωσε πως προσδοκά από την κυβέρνηση να προχωρήσει «στην πλήρη εφαρμογή των ρυθμίσεων».

Παρότι ο κ. Χουντής υπογράμμιζε ότι «αυτή η ρύθμιση, υπονομεύει τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων έχει ήδη προκαλέσει την άρνηση των εργοδοτών να προσέλθουν σε διαπραγματεύσεις, γεγονός που οδηγεί αυτόματα στη μείωση των μέσων μισθών κατά 20%-40% περίπου», ο Επίτροπος τόνισε πως «εμείς  (σ.σ. Ευρωπαϊκή Επιτροπή) θα συνεργασθούμε και θα ενισχύσουμε την προσπάθεια της κυβέρνησης να εφαρμόσει το πρόγραμμα προσαρμογής και να πραγματοποιήσει τις μεταρρυθμίσεις που είναι αναγκαίες για την οικονομική και κοινωνική ανάκαμψη της Ελλάδας».