Εγκύκλιο που αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στις εφόδους της Χρυσής «Αυγής» σε πάγκους μικροπωλητών, αφού «αποτελεί ξεκάθαρη αντιποίηση αρχής» απέστειλε η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου  στις εισαγγελίες και τα αστυνομικά τμήματα της χώρας, καλώντας τα αρμόδια όργανα για τα μεν αυτόφωρα κακουργήματα να συλλαμβάνουν τους βουλευτές, για τα δε πλημμελήματα «να τους εμποδίζουν με τα συνήθη αποτρεπτικά μέτρα» και να σχηματίζουν άμεσα δικογραφίες σε βάρος τους.
Με αφορμή όσα είδαν το φως της δημοσιότητας μετά τις εφόδους της Χρυσής Αυγής στους πάγκους αλλοδαπών μικροπωλητών, σύμφωνα με το capital.gr, η Εισαγγελία ξεκαθαρίζει το νομικό τοπίο που ισχύει για τις περιπτώσεις «δίωξης» βουλευτών επισημαίνοντας:

«Σε περίπτωση που κάποιος από τους συμμέτοχους (σε διάπραξη αδικημάτων) είναι βουλευτής επί μεν κακουργηματικών αυτοφώρων πράξεων να προβαίνουν στη σύλληψη αυτού, επί των λοιπών δε πράξεων να ενεργούν οποιαδήποτε ανακριτική πράξη είναι αναγκαία για τη βεβαίωση του εγκλήματος, εξαιρουμένων μόνον των ανακριτικών πράξεων που θίγουν το πρόσωπο του τελευταίου, καθώς και να εφαρμόζουν τα προαναφερθέντα αποτρεπτικά μέτρα».

Η εισαγγελία δηλαδή αποσαφηνίζει πως για να συλληφθεί βουλευτής ο οποίος διέπραξε αυτόφωρο κακούργημα δεν απαιτείται άδεια της Βουλής. Σε περίπτωση που το αδίκημα είναι πλημμέλημα, όπως η αντιποίηση αρχής η οποία διαπράττεται όταν κάποιος υποκαθιστά τις αρμόδιες αρχές (αστυνομία) και διενεργεί ελέγχους νομιμότητας σε πολίτες (π.χ. περίπτωση μικροπωλητών από Χρυσή Αυγή) τότε οι αστυνομικοί θα πρέπει άμεσα να τους αποτρέπουν, αλλά να μην τους συλλαμβάνουν. Ακολούθως  να σχηματίζουν τη δικογραφία και πριν ασκηθεί δίωξη να ζητούν την άδεια της Βουλής.

Η Εισαγγελία θεωρεί μάλιστα αδίκημα και το να ζητά κάποιος έγγραφα από έναν άλλο πολίτη καθώς και αυτό είναι πράξη αντιποίησης αρχής. Απορρίπτει δε το επιχείρημα που κατά κόρον ακούστηκε από τους εκπροσώπους της Χρυσής Αυγής  για το δικαίωμα κάθε πολίτη να συλλαμβάνει τον δράστη αυτόφωρου κακουργήματος ή πλημμελήματος: «αφενός αυτό προϋποθέτει βεβαιότητα για την διάπραξη του εγκλήματος και αφετέρου δεν περιλαμβάνει το δικαίωμα διενέργειας ανακριτικών πράξεων, ήτοι ενεργειών που τείνουν στην βεβαίωση της τελέσεως του εγκλήματος, όπως είναι για παράδειγμα η απαίτηση επιδείξεως εγγράφων ή η διενέργεια πάσης φύσεως ερευνών. Επομένως, αν γίνουν τέτοιες ενέργειες από πολίτη προς τον σκοπό διαπιστώσεως της τελέσεως αυτόφωρου πλημμελήματος ή κακουργήματος και της εν συνεχεία, σε καταφατική περίπτωση, συλλήψεως του δράστη τελείται από τον πολίτη η αξιόποινη πράξη της αντιποίησης».

Ταυτόχρονα, ο κ. Τέντες ζητεί πάντως οι αστυνομικοί και οι εισαγγελείς να κινούν άμεσα «την αυτόφωρη διαδικασία με την παραπομπή των δραστών στα ακροατήρια για την άμεση εκδίκαση των εγκλημάτων, δεδομένου ότι η εφαρμογή της αυτόφωρης διαδικασίας οδηγεί στην άμεση αποκατάσταση της προσβολής της εννόμου τάξεως, και σε περίπτωση αναβολής τον προσδιορισμό των οικείων δικογραφιών κατά προτεραιότητα».

Ειδική αναφορά γίνεται από τον Τέντε στη δυνατότητα των αστυνομικών να παρεμποδίζουν οποιονδήποτε (και βουλευτές) για να τον αποτρέψουν να διαπράξει αξιόποινη πράξη:

«Επιτρέπεται επίσης η φυσική παρεμπόδιση του επιτιθέμενου βουλευτή με τα συνήθη αποτρεπτικά μέσα, που εφαρμόζονται στους παρανομούντες κοινούς πολίτες, εκ μέρους των οργάνων της πολιτείας τα οποία έχουν την ευθύνη για την αποτροπή της διαταράξεως της δημόσιας τάξης και την πρόληψη των εγκλημάτων (Αστυνομία κλπ.). Η εφαρμογή των ως άνω καθαρά αποτρεπτικών μέτρων σημειωτέον δεν συνεπάγεται περιορισμό της ελευθερίας του βουλευτή κωλύοντας την άσκηση των κοινοβουλευτικών του καθηκόντων, ούτε αποτελεί μομφή υπό την έννοια της ιδιαίτερης κοινωνικοηθικής αποδοκιμασίας και επομένως δεν εμπίπτει στην έννοια της σύλληψης, φυλάκισης, περιορισμού ή διώξεως κατά την έννοια του άρθρου 62 του Συντάγματος».

Η εγκύκλιος διευκρινίζει, τέλος, πως η ίδια αυστηρότητα πρέπει να επιδειχθεί και για τους παρανομούντες αλλοδαπούς:

«Ευνόητο είναι ότι οι αστυνομικές αρχές αλλά και όλες οι αρχές οι οποίες είναι αρμόδιες για τη δίωξη των εγκλημάτων υποχρεούνται, κατά καθήκον, να προβαίνουν, άμεσα, σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για τη βεβαίωση των εγκλημάτων, τη σύλληψη και προσαγωγή στον αρμόδιο εισαγγελέα εκείνων των αλλοδαπών, οι οποίοι καταλαμβάνονται επ’ αυτοφώρω να διαπράττουν αξιόποινες πράξεις. Ολίγο βεβαίως είναι ανάγκη να σημειώσουμε, ότι σε σχέση με την εφαρμογή της αυτόφωρης διαδικασίας πρέπει να τηρείται πάντοτε το ίδιο μέτρο για όλους τους συλλαμβανόμενους επ’ αυτοφώρω δράστες. Είναι τέλος αυτονόητο ότι η κατά τα ανωτέρω οριοθέτηση της μεταχειρίσεως των βουλευτών, αφορά τους βουλευτές οποιουδήποτε πολιτικού κόμματος και για οποιαδήποτε αξιόποινη συμπεριφορά».