Τον Παπακωνσταντίνου και τον Βενιζέλο στο σκαμνί της εξεταστικής θέλει ο ΣΥΡΙΖΑ. Κυρίως το Βενιζέλο, από την πρόταση που κατέθεσε, φαίνεται ότι ο Παπακωνσταντίνου δεν είναι ο πρώτος στόχος, ενώ αντίθετα ο Βενιζέλος τοποθετείται στο επίκεντρο.
Ένα πολύ ενδιαφέρον σημείο πάντως είναι η προσπάθεια της αξιωματικής αντιπολίτευσης, να πάρει αποστάσεις από τον Ιωάννη Διώτη, απαντώντας έτσι στην κριτική του ΠΑΣΟΚ που επιχειρεί να τον ταυτίσει με τον πρώην επικεφαλής του ΣΔΟΕ. 

Σε τουλάχιστον έξι σημεία, ο ΣΥΡΙΖΑ παίρνει αποστάσεις από τον κ. Διώτη και τους χειρισμούς του στην υπόθεση, θέλοντας προφανώς να καταρρίψει την εντύπωση ότι ο κ. Διώτης έχει προσεγγίσει την αξιωματική αντιπολίτευση (μια κατηγορία που εξαπολύει ευθέως το ΠΑΣΟΚ) αλλά και τις υποψίες, που επίσης διακινεί το ΠΑΣΟΚ, ότι έχει σχέση με τη διαρροή της λίστας Λαγκάρντ στον Κ. Βαξεβάνη.  

Χωρίς να εξαιρεί τον κ. Διώτη, ο ΣΥΡΙΖΑ κάνει λόγο για «παραθεσμική διαχείριση της λίστας ώστε να μην αξιοποιηθούν οι πληροφορίες που εμπεριέχονταν σε αυτή». Σε άλλο σημείο κάνει λόγο για «αλυσιδωτές αντιδράσεις και δημόσιες δηλώσεις των κ. Παπακωνσταντίνου και Βενιζέλου και των πρώην επικεφαλής του Σ.Δ.Ο.Ε. Ι. Καπελέρη και Ι. Διώτη, από τις οποίες προέκυπτε ότι τα πρόσωπα αυτά είχαν λάβει στην κατοχή τους ολόκληρη ή μέρος της λίστας, αλλά δεν είχαν προβεί σε καμία επίσημη ενέργεια αξιοποίησής της, ο καθένας δε προσπαθούσε με έμμεσο τρόπο να στρέψει τις υποψίες των ευθυνών σε άλλον».  

Αργότερα στο κείμενο αναφέρεται ότι «το Ελληνικό Δημόσιο δεν έλαβε ποτέ στην λίστα την κατοχή του, ούτε μπόρεσε να την αξιοποιήσει, αφού, όπως προέκυψε, κανένα από τα 3 πρόσωπα που αποδεδειγμένα παρέλαβαν τα στοιχεία της στην κατοχή τους (Παπακωνσταντίνου, Διώτης, Βενιζέλος), δεν καταχώρισαν το παραμικρό στα επίσημα πρωτόκολλα, γενικά ή εμπιστευτικά, του Υπουργείου ή των Υπηρεσιών, ούτε κατέγραψαν επίσημα οποιοδήποτε στοιχείο, ενέργεια, έρευνα, γνωμοδότηση, παραγγελία, εντολή ή απόφασή τους σχετικά με αυτήν».  

Ο Διώτης έχει την τιμητική του και στο αίτημα πραγματογνωμοσύνης του ΣΥΡΙΖΑ, όπου αναφέρεται ότι «η ταυτότητα του αρχικώς παραδοθέντος από τον κ. Παπακωνσταντίνου με το τελικώς εμφανισθέν από τον κ. Βενιζέλο U.S.B. προς το παρόν στηρίζεται στους ισχυρισμούς Ι. Διώτη και Ε. Βενιζέλου, οι οποίοι παραλλήλως προβάλλουν διάφορους μη πειστικούς και αλληλοαντικρουόμενους ισχυρισμούς».  

Σαφέστατες αποστάσεις και κριτική στο Διώτη προκύπτει όμως ιδιαίτερα στα σημεία που αφορούν στη διαχείριση της λίστας από το Βενιζέλο.

«Παρέλαβε το αρχείο «χέρι με χέρι», σε προσωπική συνάντηση με τον Ιωάννη Διώτη, ο οποίος τον αναζητούσε για να του το παραδώσει αυτοπροσώπως και έξω από την υπηρεσιακή οδό της επίσημης αλληλογραφίας, η οποία καταχωρίζεται, ανάλογα με τη φύση της, σε γενικό, διοικητικό, ειδικό αλλά και σε εμπιστευτικό πρωτόκολλο», αναφέρεται εκεί. Υποστηρίζεται ότι η άποψη Διώτη, με την οποία έσπευσε να «συμφωνήσει αμέσως» ο κ. Βενιζέλος ότι δεν είναι νόμιμη η λίστα δεν στηρίζεται ούτε σε πραγματικά περιστατικά, ούτε σε κρίση οποιασδήποτε αρμόδιας αρχής.

Το κερασάκι στην τούρτα όμως είναι ότι η πρόταση υπαινίσσεται, πως Διώτης και Βενιζέλος είχαν άτυπη συμφωνία να κρατήσουν το κείμενο και να το χρησιμοποιήσουν κατά το δοκούν. «Από έγγραφα τα οποία υπάρχουν στην ποινική δικογραφία προκύπτει ότι ήταν τόσο τακτική η συνεργασία και επικοινωνία μεταξύ των Ε. Βενιζέλου και Ι. Διώτη, ώστε η μόνη πιθανή εκδοχή να μην ξανασυζητηθεί μεταξύ τους η λίστα Λαγκάρντ ήταν μια σχετική σιωπηρή συμφωνία, που περιλάμβανε την εκατέρωθεν γνώση ότι καθένας τους γνώριζε ή/και κατείχε αυτό το αρχείο, χωρίς να το χρησιμοποιούν υπηρεσιακά».  

Τέλος υπάρχει και το σημείο στο οποίο αναφέρεται ότι Διώτης και Βενιζέλος «όχι μόνο παρέλειψαν, αλλά και απέφυγαν, να παρέχουν, όπως υποχρεούντο, κατά το άρθρο 17 Α Ν.2523/1997 όπως ισχύει, τις σχετικές πληροφορίες και αντίγραφα στον αρμόδιο προς τούτο Εισαγγελέα Οικονομικών Εγκλημάτων. Η δε επίκληση αμφοτέρων περί υποτιθέμενης απροσφορότητας του επίδικου εγγράφου (USB, εν προκειμένω) να αξιοποιηθεί αποδεικτικά επειδή το θεωρούσαν παράνομο, δεν βρίσκει έρεισμα στο νόμο, την πρακτική και την κοινή λογική, με δεδομένο ότι αμφότεροι απέκρυψαν το συγκεκριμένο έγγραφο από τις αρχές που ήταν αρμόδιες να το αξιοποιήσουν και να αξιολογήσουν τη νομιμότητά του».  

Ταυτόχρονα, οι δύο βουλευτές που διεγράφησαν από την ΔΗΜΑΡ επιμένουν πως η προκαταρκτική επιτροπή δεν μπορεί να αφορά μόνο στη συμπληρωματική δικογραφία, που διαβιβάστηκε στη Βουλή 27 Δεκεμβρίου για την αλλοίωση της Λίστας, και όχι και στην κύρια δικογραφία των οικονομικών εισαγγελέων, που διαβιβάστηκε στη Βουλή στις 26 Νοεμβρίου. Αυτή η κύρια δικογραφία αναφέρεται στη μη-αξιοποίηση της Λίστας και στα παραπτώματα σχετικά με τη διαχείρισή της, εκ μέρους όλων των υπουργών που την κατείχαν, αναφέρουν οι διαγραφέντες.


Θέμης Δαγκλής