Η σημερινή πρωταθλήτρια της ευρωπαϊκής ανάπτυξης ξεκίνησε με -24% του ΑΕΠ της, την ώρα που η Ελλάδα είναι ήδη στο -18% και έχει μπροστά της πολλά ακόμη δύσκολα χρόνια, τονίζει το πρακτορείο σε μία μάλλον αιρετική ανάλυσή του. Κλειδί, υποστηρίζει, είναι η πιστή εφαρμογή αυστηρής λιτότητας, άντι των αμφιβόλου απόδοσης μέτρων τόνωσης της οικονομίας.
Οπως γράφει στην ανάλυσή του ο Ο Anders Aslund, πέντε χρόνια οικονομικής κρίσης και τα αποτελέσματα στην Ευρώπη έφτασαν: η Βόρεια Ευρώπη τα πάει μια χαρά λόγω της λιτότητας, ενώ η Νότια Ευρώπη υποφέρει λόγω της λιπόψυχης λιτότητας ή ακόμη χειρότερα, λόγω των φοροαπαλλαγών.

Η κυρίαρχη κεϊνσιανή προσέγγιση ελέγχθηκε και απέτυχε παταγωδώς. Η πιο κραυγαλέα αντίθεση είναι μεταξύ της Λετονίας και της Ελλάδας, δύο μικρών χωρών που χτυπήθηκαν σκληρότερα από την κρίση. Εφάρμοσαν διαφορετικές πολιτικές, η Λετονία αυστηρή λιτότητα και η Ελλάδα, αργοπορημένα, περιορισμένη λιτότητα. Η Λετονία παρουσίασε κάθετη πτώση του ΑΕΠ της κατά 24% για μία διετία, μετά την σχεδόν πλήρη απώλεια ρευστότητας το 2008, που υπαγόρευσε την λιτότητα που ακολούθησε.

Η οικονομία της ωστόσο αναπτύχθηκε κατά 5,5% το 2011 και πέρυσι πιθανώς έφτασε το 5,3%, την καλύτερη επίδοση στην Ευρώπη, με έλλειμμα μόλις 1,5%. Την ίδια ώρα η Ελλάδα θα υποφέρει ακόμη επτά χρόνια ισχνής οικονομικής δραστηριότητας, έχοντας ήδη μία πενταετία σε ύφεση. Μέχρι τώρα, το ΑΕΠ της έχει υποχωρήσει κατά 18%. Το 2008 και το 2009, η οικονομική κρίσης έμοιαζε πολύ χειρότερη στη Λετονία από ότι στην Ελλάδα, αλλά αφού ακολούθησαν διαφορετικές πολιτικές, τα διδάγματα είναι σήμερα προφανή.

Ενα επιτυχημένο πρόγραμμα σταθεροποίησης πρέπει να φαίνεται οικονομικά βιώσιμο ώστε να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των δανειστών, των επιχειρηματιών και των πολιτών. Συνήθως, ένα συμπαγές πρόγραμμα σταθεροποίησης μπορεί να αναζωογονήσει την οικονομική ανάπτυξη εντός 2-3 ετών, όπως στην Λετονία. Πρέπει να τηρηθούν μερικοί βασικοί κανόνες. Η Λετονία τους τήρησε όλους· η Ελλάδα ούτε έναν.

Ανάκτηση εμπιστοσύνης Για να αποκατασταθεί ταχέως η εμπιστοσύνη, οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να είναι εμπροσθοβαρείς. Το 2009, η Λετονία εφάρμοσε μία επίπονη δημοσιονομική προσαρμογή 9,5 μονάδων του ΑΕΠ, το 60% της συνολικά απαιτούμενης, ενώ η Ελλάδα βλακωδώς προσπάθησε να τονώσει την οικονομία της, όπως έκαναν και η Ισπανία, η Σλοβενία, η Κύπρος και άλλες νότιες χώρες, υπό τις εσφαλμένες οδηγίες του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, τότε υπό τον Ντομινίκ Στρος Καν.

Σε μία μεγάλη κρίση, είναι πολύ ευκολότερο να περιοριστούν οι δημόσιες δαπάνες από το να αυξηθούν τα έσοδα. Επιπλέον, οι φορολογούμενοι πιστεύουν ότι η κυβέρνηση θα πρέπει να σφίξει το ζωνάρι όταν τους επιβάλλει να το κάνουν οι ίδιοι. Οι περικοπές στις δημόσιες δαπάνες έφτασαν τα δύο τρίτα της λετονικής δημοσιονομικής προσαρμογής. Τα κρατικά δαπανώμενα κεφάλαια από το ρεκόρ του 44% του ΑΕΠ στην αρχή της κρίσης έφτασαν στο μετριοπαθές 36% πέρυσι. Την ίδια ώρα διατηρήθηκε ο φόρος εισοδήματος στο 21% και η φορολογία στα κέρδη των επιχειρήσεων στο χαμηλό 15%.

Η Ελλάδα αντίθετα διατήρησε υψηλές δημόσιες δαπάνες της τάξης του 50% του ΑΕΠ τόσο το 2010 όσο και το 2011, όταν θα έπρεπε να επιδιώξει τη λιτότητα. Θα έπρεπε να τις περικόψει στο 40% ώστε να είναι οικονομικά βιώσιμες. Ετσι, θα τελείωνε η ελληνική κρίση. Μέχρι τώρα, η Ελλάδα πέτυχε μία δημοσιονομική προσαρμογή 9 μονάδων του ΑΕΠ, αλλά είναι πολύ μικρή και ήρθε πολύ αργά. Είναι μικρότερη από αυτή των Λετονών μόνο τον πρώτο χρόνο και η Ελλάδα πρέπει να κάνει περισσότερα.

Πηγή: ethnos.gr