Οι πανηγυρισμοί της Κουμουνδούρου ήταν συγκρατημένοι. Τα στελέχη του κόμματος επαίρονταν, ότι κατάφεραν να ταυτίσουν τον Σαμαρά με το Βενιζέλο και να τον βάλουν έτσι στο κάδρο της συγκάλυψης και του σκανδάλου και ότι η επιμονή του ΣΥΡΙΖΑ στο θέμα αυτό δικαιώθηκε πολιτικά. Στην πραγματικότητα όμως καταλαβαίνουν, ότι ως τώρα η λίστα Λαγκάρντ, στην οποία έχουν βασίσει την αντιπολιτευτική τους τακτική την καινούργια χρονιά δεν τους βγαίνει, όπως επιθυμούσαν. Και ότι η πρώτη μάχη που έδωσαν με σημαία τη λίστα Λαγκάρντ ήταν μια απογοήτευση σε όλη τη γραμμή. 

Το πρώτο πρόβλημα της Κουμουνδούρου ακούει στο όνομα Διώτης. Από τη στιγμή που ο πρώην εισαγγελέας παραδέχτηκε, ότι δημιούργησε αντίγραφο, το νομικό σκέλος των κατηγοριών του ΣΥΡΙΖΑ εναντίον του Βενιζέλου δεν μπορούσε να σταθεί. Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε χάσει τη μάχη πριν μπει στη βουλή και προσπάθησε να μετατοπίσει τις αιχμές του στη διαδικασία. Η απόφαση να στηθούν τέσσερις κάλπες όμως κατέστρεψε το πλεονέκτημα στο προεπιλεγμένο πεδίο μάχης. 

Το τρίτο  πρόβλημα είναι και το σοβαρότερο. Μετά την απόφαση για τις τέσσερις κάλπες, στο ΣΥΡΙΖΑ προβληματίστηκαν αρκετά, αν θα έπρεπε να δώσουν αξία στη διαδικασία, αν δηλαδή θα έπρεπε να μιλήσει ο Αλέξης Τσίπρας. Το απόγευμα, και βλέποντας ότι ο Σαμαράς, εναντίον του οποίου στρεφόταν ουσιαστικά ο ΣΥΡΙΖΑ απείχε από τη διαδικασία, στο επιτελείο του κ. Τσίπρα είχε διαμορφωθεί η άποψη, ότι η παρέμβαση του δεν ήταν απαραίτητη. Αυτό το άλλαξε η ομιλία Βενιζέλου.

Ο κ. Τσίπρας σηκώθηκε να απαντήσει και βρέθηκε μπλεγμένος σε μια άνευ προηγουμένου σφοδρότητας αντιπαράθεση με τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, η οποία έβαλε το στίγμα της στη συνεδρίαση. Αυτό για τον ΣΥΡΙΖΑ ήταν μια ήττα. Σκοπός του άλλωστε ήταν, να αντιπαρατεθεί και να βάλει στο κάδρο τον Πρωθυπουργό, όχι να μπει ο ίδιος στο κάδρο με το Βενιζέλο επί ίσοις όροις, ούτε πολύ περισσότερο να ανοίξει ένα μέτωπο διαρκείας μαζί του, που θα επιτρέπει κάθε φορά στο Σαμαρά να παρακολουθεί και να μη φθείρεται.

Το λάθος έγινε χθες το πρωί, όταν ο Θοδωρής Δρίτσας έσπευσε να ζητήσει από τους εισαγγελείς να κινηθούν κατά του Βενιζέλου για κατοχή απορρήτου εγγράφου, και επισημοποιώντας έτσι την εντύπωση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ σηκώνει το γάντι στην αντιπαράθεση με το Βενιζέλο και μη επιτρέποντας έτσι πια στο ΣΥΡΙΖΑ να απεμπλακεί από αυτήν, χωρίς να αντιμετωπίσει την κατηγορία ότι φοβάται ή κρύβεται. Ο Βενιζέλος δεν έχει κανένα λόγο να αποφύγει αυτή την αντιπαράθεση, τον αναβαθμίζει και στο επιτελείο του θεωρούν ότι είναι η μόνη του ελπίδα, να συγκρατήσει τη διάλυση του ΠΑΣΟΚ. Έχει κάτι να κερδίσει από την κόντρα, σε αντίθεση με τον κ. Τσίπρα, που μόνο να χάσει μπορεί.

Αυτά ήταν τα σοβαρά. Γιατί υπήρξαν και τα μη σοβαρά, τα οποία όμως παραπέμπουν σε σοβαρές αδυναμίες του μηχανισμού και της λειτουργίας του κόμματος. Η χειρότερη, ήταν η παρανόηση με τον τρόπο που θα στήνονταν τα ψηφοδέλτια, την οποία είχε συμφωνήσει εκ μέρους του ΣΥΡΙΖΑ ο Αλ. Μητρόπουλος, ο οποίος παρέλειψε όμως να ενημερώσει γι’ αυτό τους συναδέλφους του στην Ολομέλεια, Ζωή Κωνσταντοπούλου και Δημ. Παπαδημούλη, η οποίοι βγήκαν στα κεραμίδια ότι ετοιμάζεται νοθεία. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ χρεώθηκε τη διακοπή της μιας ώρας περίπου, για να αποδεχτεί στο τέλος ότι απέρριπτε νωρίτερα, κάτι που δεν ήταν καθόλου καλή εικόνα.

Το χειρότερο πρόβλημα, το οποίο κατέστησε σαφές ο όλος χειρισμός της υπόθεσης από τον ΣΥΡΙΖΑ είναι η αδυναμία του επιτελείου του κ. Τσίπρα να αντεπεξέλθει στην πρόκληση όπως επιθυμούσε. Σε καμία χρονική στιγμή τις τελευταίες 48 ώρες ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έδειξε να είναι σε θέση να προβλέψει τις κινήσεις του αντιπάλου, αιφνιδιαζόταν συνεχώς ή έκανε λάθη. Το ίδιο πρόβλημα είχε εμφανιστεί και στη διαχείριση της κρίσης στη Βίλλα Αμαλία. Οι εξελίξεις αυτές μάλλον δικαιώνουν την κριτική στελεχών της δεξιάς πτέρυγας του ΣΥΡΙΖΑ, που θεωρούν ότι το κόμμα δεν μπορεί να λειτουργεί πια ad hoc και χρειάζεται μόνιμες και θεσμοθετημένες διαδικασίες.

Τίποτε από όλα αυτά ωστόσο, δεν είναι στα άμεσα σχέδια του κ. Τσίπρα, προέχει η Αμερική.       

Θέμης Δαγκλής