Το «Σκοπιανό» ως πρόβλημα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής προέκυψε από τη διάλυση της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας, στις αρχές της δεκαετίας του '90, πρωταγωνιστής των εξελίξεων ο τότε Υπουργός Εξωτερικών και νυν πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς.
Η Ελλάδα δεν μπόρεσε ποτέ να καταλάβει τον ρόλο της στα Βαλκάνια, φοβική και με εξάρσεις εθνικισμού έχασε τη χρυσή ευκαιρία να βρει λύση σε ένα περιφερειακό ζήτημα που κατάφερε να το κάνει κεντρικό ζήτημα της εξωτερικής της πολιτικής. Τότε η Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας εκδήλωνε τη βούλησή της να αποσχιστεί από τη Γιουγκοσλαβία.

Με το όνομα Δημοκρατία της Μακεδονίας, με σύμβολο το αστέρι της Βεργίνας και με αλυτρωτικές «κορώνες», αναζήτησε τη δική της ταυτότητα και μια θέση στη διεθνή κοινότητα ως ανεξάρτητο κράτος. Η Ελλάδα ως ώριμη δημοκρατία ενταγμένη σε όλους τους Διεθνείς Οργανισμούς αντί να καθοδηγήσει τους γείτονες παρασύρθηκε από τον εθνικισμό τους και έπαιξε με του όρους τους.

Το «Σκοπιανό» όπως και πολλά άλλά θέματα χρησιμοποιήθηκε για εσωτερικές κομματικές αντιπαραθέσεις και ξεκαθαρίσματα. Η ελληνική διπλωματία στην αρχή δε συζητούσε «ούτε το όνομα Μακεδονία, ούτε παράγωγά του» για την ονομασία του γειτονικού κράτους.

Η οικονομική διείσδυση, το εμπάργκο, οι διαπραγματεύσεις δεν έφεραν αποτέλεσμα και σήμερα είμαστε μπροστά σε ένα ακόμα αδιέξοδο με αποκλειστική ευθύνη των γειτόνων μας. Προτεραιότητα της κυβέρνησης είναι να μην υπάρξει στην επόμενη έκθεση της Επιτροπής αλλαγή της διατύπωσης για το όνομα των Σκοπίων, που η ελληνική πλευρά πέτυχε στις 12 Δεκεμβρίου.

Και αυτό, στο βαθμό που εκτιμάται ότι δεν αναμένεται πρόοδος από πλευράς ΠΓΔΜ, λόγω των επικείμενων εκλογών στα Σκόπια. Ουσιαστικά η ηγεσία των Σκοπίων πρέπει να αναπροσαρμόσει τις θέσεις της και να αφήσει τις εθνικιστικές «κορώνες», το μήνυμα από τους περισσότερους εταίρους είναι ξεκάθαρο ότι η χρονική καθυστέρηση και η επίκληση εσωτερικών προβλημάτων δεν αλλάζουν τις αποφάσεις.

Η απόφαση του Δεκεμβρίου δεν υπεισέρχεται στην ίδια την διαπραγμάτευση, που είναι και παραμένει αρμοδιότητα του ΟΗΕ, αλλά προσπαθεί να την διευκολύνει, συνδέοντας την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Π.Γ.Δ.Μ με πρόοδο στη διαβούλευση. Έτσι ο αρμόδιος επίτροπος Φούλε δεν θα έχει παρά να διαπιστώσει την ακινησία της άλλης πλευράς, στο άμεσο μέλλον, καθώς από το Υπουργείο Εξωτερικών εκτιμάται ότι οι επαφές Νίμιτζ στην Νέα Υόρκη με τους δύο ειδικούς απεσταλμένους στο τέλος του μήνα, θα οδηγήσουν στο ναυάγιο των προσπαθειών με αποκλειστική ευθύνη της ΠΓΔΜ.

Άλλωστε, τηρουμένων των αναλογιών, υπάρχει και το προηγούμενο της εμπλοκής που καταγράφηκε στις ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Κροατίας, όταν η Σλοβενία έθεσε τη διευθέτηση ασήμαντης συνοριακής διαφοράς σε διμερές επίπεδο, ως προϋπόθεση για την διεξαγωγή των ενταξιακών διαπραγματεύσεων Ζάγκρεμπ-Ε.Ε Πρόκειται για μια πολύ λεπτή φάση χειρισμού της εκκρεμότητας της ονομασίας από ελληνικής πλευράς, η οποία δίνει πάντα βάρος στην πρόταση για υπογραφή μνημονίου συνεννόησης, με στόχο την κεφαλαιοποίηση της επιτυχίας του Δεκεμβρίου.

Το μήνυμα προς τους εταίρους μας είναι ότι επιδιώκουμε την εκκαθάριση μιας εκκρεμότητας, που βλάπτει την ευρωπαϊκή προοπτική της ΠΓΔΜ, μια εκκαθάριση που θα αποτρέψει τις υπόλοιπες χώρες των Δυτικών Βαλκανίων να μεταφέρουν στην ενταξιακή διαπραγμάτευση διμερείς διαφορές.

Η Αθήνα κράτησε χαμηλούς τόνους στην απόφαση του Δεκεμβρίου, διότι στη φάση αυτή, μόνο ζημιά μπορεί να προκαλέσει. Σύμφωνα με έμπειρους διπλωμάτες, η απόφαση του Δεκεμβρίου διαβάζεται σαν ευκαιρία, σαν οδικός χάρτης απεγκλωβισμού της γειτονικής χώρας από το αδιέξοδο στο οποίο την έχουν οδηγήσει εσωτερικές πολιτικές σκοπιμότητες. Η ενδιάμεση συμφωνία δεν παρακάμπτεται, ούτε μέσω Ε.Ε, ούτε μέσω ΝΑΤΟ.

Αυτό πρέπει να καταλάβει και να αφομοιώσει η πολιτική ηγεσία στα Σκόπια αλλά και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, δια του κ. Φούλε, ο οποίος συνεχίζει να «φλερτάρει» με τα Σκόπια. Η πολιτική αυτή προϊόν συνεργασίας και απόφασης του Πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά και του Υπουργού Εξωτερικών Δημήτρη Αβραμόπουλου, εντάσσεται στην γενικότερη στρατηγική επιλογή για σταθεροποίηση των Δυτικών Βαλκανίων, μέσω της ένταξης στην Ε.Ε και στο ΝΑΤΟ.

Μόνο όφελος μπορεί να έχει η Ελλάδα από μια τέτοια εξέλιξη. Για το λόγο αυτό, η Αθήνα κρατάει ακόμα στην ημερήσια διάταξη της Ελληνικής Προεδρίας, το πρώτο εξάμηνο του 2014, την ένταξη των Δυτικών Βαλκανίων. Σε μια στιγμή, που η πλειοψηφία των εταίρων μας στην σκιά της κρίσης στην Ευρωζώνη είναι από επιφυλακτική έως αρνητική. Δεν είναι λοιπόν η Ελλάδα, ούτε η Ευρώπη που εμποδίζουν την ευρωπαϊκή προοπτική της ΠΓΔΜ. Είναι η ίδια η πολιτική ηγεσία της γειτονικής χώρας, που σκέπτεται με όρους των Βαλκανικών συγκρούσεων και γυρνάει πίσω τις μνήμες στο πρώτο ήμισυ του 20ου αιώνα.

Νίκος Παναγιωτόπουλος