Δριμεία κριτική προς τον πρώην πρωθυπουργό και πρώην πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, Κώστα Σημίτη, ασκεί ο βουλευτής Επικρατείας της Νέας Δημοκρατίας, Γιάννης Μιχελάκης, σε άρθρο του που δημοσιεύεται σήμερα στην εφημερίδα «Ελεύθερος Τύπος», αφήνοντας αιχμές και προς τον υπουργό Οικονομικών, Γιάννη Στουρνάρα.
Ο κ. Μιχελάκης θέτει σειρά ερωτημάτων στον πρώην πρωθυπουργό για την περίοδο της διακυβέρνησής του, μεταξύ άλλων για το κόστος των Ολυμπιακών Αγώνων, την οποία «περιέργως αμφισβητεί ο κ. Στουρνάρας», όπως γράφει χαρακτηριστικά, την υπόθεση της Siemens, του Χρηματιστηρίου και τους χειρισμούς στα εθνικά ζητήματα.

Το άρθρο του κ. Μιχελάκη με τίτλο «Η … "χρυσή" εποχή του κ. Σημίτη»:
 
Από συγγραφέας αρθρογράφος κι από κρινόμενος σε κριτή επιχειρεί να εμφανιστεί ο πρώην πρωθυπουργός Κ. Σημίτης. Θα μπορούσε, βέβαια, αντί να τυρβάζει περί άλλα, να εξηγήσει, από πρώτο χέρι, τα όσα έγιναν και δεν έγιναν τον καιρό που κυβερνούσε. Να πει για τα εθνικά μας ζητήματα που έβαψε στο γκρίζο, τα σκάνδαλα, που φύτρωναν σαν μανιτάρια, τα μπασταρδεμένα οικονομικά στοιχεία που άφησε πίσω του. Να εξηγήσει τα όσα διέπραξαν ο ίδιος, οι υπουργοί και οι οικονομικοί σύμβουλοί του και να φωτίσει τις σκιές που σημάδεψαν την  πρωθυπουργική του θητεία. Εκείνα άλλωστε, τα ξέρει καλά και θα μπορούσε να τα πει καλύτερα από όλους.

Θα μπορούσε, πρώτ’ απ’ όλα, να πει για το μεγαλύτερο πολιτικό και οικονομικό σκάνδαλο της μεταπολεμικής Ελλάδας, που διαπράχθηκε στις μέρες του. Για τις φαεινές ιδέες – ποιων άραγε; - που τον έκαναν να λειτουργεί σαν κοινό «παπαγαλάκι», παρασύροντας πάνω από 1,5 εκατομμύριο πολίτες να επενδύσουν τις οικονομίες τους στο χρηματιστήριο και να χάσουν  περισσότερα από 100 δις ευρώ. Αλλά  και για την απροκάλυπτη χειραγώγηση της Σοφοκλέους, με την αθρόα αγορά μετοχών από  τη ΔΕΚΑ και τα Ασφαλιστικά Ταμεία, που κατέληξε σε τεράστια διασπάθιση δημοσίου χρήματος.

Θα μπορούσε, ακόμη, να περιγράψει την εκτόξευση του κόστους των Ολυμπιακών Αγώνων, που περιέργως αμφισβητεί ο Κ. Στουρνάρας. Μπορεί, όμως, να πει, τουλάχιστον, για τις περίεργες καθυστερήσεις, τις  απευθείας αναθέσεις, τις  αδιαφανείς διαδικασίες και, τελικά, τις αδικαιολόγητες οικονομικά υπερβάσεις. Πώς εξηγείται -για παράδειγμα- η εκτόξευση του κόστους κατασκευής του Διεθνούς Κέντρου Ραδιοτηλεόρασης από τα 30 στα 103 εκατ. ευρώ, της επισκευής του Σταδίου Ειρήνης και Φιλίας από τα 3,3 στα 29 εκατ. ευρώ και του Ολυμπιακού Κέντρου Υγρού Στίβου από τα 3,5 στα 22,5 εκατ. ευρώ;

Ακόμη πιο μεγάλο ενδιαφέρον θα είχε, όμως, η αφήγησή του για τα κρυφά χρέη και τα διπλά βιβλία. Για τη λεγόμενη «δημιουργική λογιστική», που εμπνεύστηκαν για να αλλοιώνουν την οικονομική πραγματικότητα. Για το «αμαρτωλό» Swap της Goldman Sachs, που πήρε η κυβέρνησή του, για να μειώσει πλασματικά το δημόσιο χρέος, χρεώνοντας βαρύτατο κόστος στο Δημόσιο.  Και για τους συμβούλους, βέβαια, τους τεχνοκράτες και τους ειδήμονες, που εμπνέονταν τις φαεινές αυτές ιδέες και ενέπνεαν τον ίδιο και τους υπουργούς του.

Θα μπορούσε ακόμη να πει για τις λεγόμενες «προγραμματικές συμφωνίες», που κατάργησαν κάθε διαγωνιστική διαγωνιστική διαδικασία, επέβαλαν τις απευθείας αναθέσεις και εξέθρεψαν τη διαπλοκή. Γιατί απομάκρυνε τον Χ. Καστανίδη όταν ζήτησε τη συγκρότηση Ανεξάρτητης Αρχής Προμηθειών; Ποια σχέση είχε η αντικατάστασή του από τον Τ. Μαντέλη με την υπογραφή των συμβάσεων του ελληνικού Δημοσίου με την Intracom και τη Siemens;  Ποια συνδεσμολογία έχουν όλα αυτά με τις μίζες της Ζίμενς στο ΠΑΣΟΚ και τα εκατομμύρια που βρέθηκαν σε λογαριασμούς του Τ. Μαντέλη;

Θα είχαν πράγματι εξαιρετικό ενδιαφέρον οι απαντήσεις που θα ‘δινε για τους υπουργούς και τους συνεργάτες του, που είτε βρίσκονται στον Κορυδαλλό είτε πηγαίνουν προς τα εκεί. Για τον Ά. Τσοχατζόπουλο στον οποίο αποδίδονται  «μίζες» 300 εκ. ευρώ και βέβαια για τον τότε Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου. Αλλά και για τον Γ. Παπαντωνίου στη θητεία και το περιβάλλον του οποίου η Δικαιοσύνη αναζητά τους μιζαδόρους «Απάτσι»: Και για τον Τ. Μαντέλη, που παραδέχθηκε ότι πήρε «προεκλογική χορηγία» 200.000 μάρκων και, στη συνέχεια, εντελώς τυχαία, «βρήκε» ακόμη 250.000 μάρκα σε άλλο λογαριασμό του. Αλλά και για τον επονομαζόμενο «στρατηγό» του, τον Θ. Τσουκάτο, που ομολόγησε ότι πήρε ένα εκατομμύριο μάρκα από τη Siemens για να τα πάει στα Ταμεία του ΠΑΣΟΚ. Και βέβαια για τα ΚΥΣΕΑ, στα οποία ο ίδιος ενέκρινε όλα εκείνα τα σάπια εξοπλιστικά! Δεν μπορεί, άλλωστε, την ώρα που «ανακάλυψε» τι γινόταν στις θητείες των άλλων να μην κατάλαβε ακόμη τι γινόταν στη δική του.

Ο Κ. Σημίτης, όμως, έχει να δώσει απαντήσεις και για τους ολέθριους  χειρισμούς στα εθνικά ζητήματα. Γιατί πίεσε την κυπριακή ηγεσία να εγκαταλείψει τους S 300; Τι έχει να πει για τη νύχτα των Ιμίων, την αποχώρηση Ελλήνων στρατιωτών και την υποστολή της Ελληνικής σημαίας από ελληνικό έδαφος,  το «ευχαριστούμεν τους Αμερικάνους» που τον βοήθησαν στην υποχώρηση και τη συνθηκολόγηση, για την ευκαιρία που έδωσε στους Τούρκους να θέσουν ζήτημα δήθεν «γκρίζων ζωνών»; Τι έκρυψε και τι κρύβει απ’ όσα γίνονταν στις  διερευνητικές επαφές με τους Τούρκους; Συζητούσε-ναι ή όχι;- την εγκατάλειψη του δικαιώματος επέκτασης των χωρικών μας υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια; Συζητούσε -ναι ή όχι;- την εγκατάλειψη του δικαιώματος ΑΟΖ στο Αιγαίο; Συζητούσε-ναι ή όχι;-ακόμη και για τις δήθεν γκρίζες ζώνες;

Μπορεί ακόμη ο κ. Σημίτης να πει στον κόσμο και για τους άθλιους εκείνους χειρισμούς που κατέληξαν στην παράδοση του Αμπντ. Οτσαλάν στους Τούρκους. Όπως και για τη «βιομηχανία» των παράνομων ελληνοποιήσεων μέσω της χορήγησης ελληνικής ταυτότητας και εκλογικού βιβλιαρίου σε χιλιάδες δήθεν «ομογενείς» με αποκλειστικό σκοπό τη νόθευση των εκλογών της 9ης Απριλίου 2000. Αλλά και για τους νόμους, με τους οποίους υπηρέτησε τη συγκάλυψη και την ατιμωρησία, τη διαπλοκή και τη λεηλασία. Και βέβαια για τις μεταρρυθμίσεις που είτε ποτέ δεν σκέφτηκε, είτε ο ίδιος ματαίωσε. Όπως εκείνη του Ασφαλιστικού Συστήματος, που σχεδίασε ο Τ. Γιαννίτσης, αλλά απέσυρε ο ίδιος φοβούμενος το πολιτικό κόστος.

Έως την ώρα, λοιπόν, που θα πει την αλήθεια, ας ξέρει ο κ. Σημίτης  ότι θα είναι καταγγελλόμενος και όχι καταγγέλλων, θα είναι κατηγορούμενος και όχι κατήγορος. Και, όσο επιμένει να διαστρεβλώνει τα πράγματα, τόσο θα συμπαρασύρει στη δική του αναξιοπιστία, όλους εκείνους που ακόμα και σήμερα κομπορρημονούν για τη δήθεν "χρυσή εποχής τους". Διότι η εποχή τους μπορεί να ήταν "χρυσή’" για κάποιους απ’ αυτούς, αλλ’ όχι και για τους Έλληνες. Κι ούτε, βέβαια, για την Ελλάδα.