O ΣΥΡΙΖΑ σε ανακοίνωσή του σχετικά με τον διαγωνισμό πεζοδρόμησης της οδού Πανεπιστημίου και την ανασυγκρότηση του κέντρου της Αθήνας καταγγέλλει, ότι «πρόκειται για μια ιδιότυπη- και διεθνώς πρωτοφανή σε συνθήκες δημοκρατίας- μορφή υποκατάστασης του δημοσίου από τον ιδιωτικό τομέα, όπου ο δεύτερος επεμβαίνει σε κρίσιμα θέματα σχεδιασμού και ρύθμισης χώρου, έξω από κάθε θεσμοθετημένη διαδικασία.

Εύλογα, τονίζει το Τμήμα Χωρικού Σχεδιασμού και Υποδομών ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ προκύπτουν οι ενστάσεις μας :

1. Οι αρχιτεκτονικοί διαγωνισμοί υπόκεινται σε διεθνείς συμβάσεις και κανόνες, όπως προβλέπει η Διεθνής Ένωση Αρχιτεκτόνων (UIA) και η UNESCO. Αυτοί δεν έχουν τηρηθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση. Στην πραγματικότητα πρόκειται για «ιδιωτικό» αρχιτεκτονικό διαγωνισμό εκτός δημοσίου ελέγχου για ένα σημαντικό δημόσιο έργο, γι αυτό άλλωστε ο πρόεδρος και μέλη της διοίκησης της UIA αρνήθηκαν τη συμμετοχή τους ως κριτές στη διαδικασία.

2. Η οποιαδήποτε παρέμβαση και η δημιουργία κάθε υποδομής σε δημόσιο χώρο πρέπει να διασφαλίζει το δημόσιο συμφέρον και να ανταποκρίνεται σε ένα ευρύτερο χωρικό σχέδιο ή πλαίσιο. Το γεγονός ότι οι πολιτικές ηγεσίες του Μνημονίου αλλά και οι παλιότερες εγκατέλειψαν τους δημόσιους χώρους της Αθήνας, δε νομιμοποιεί οποιαδήποτε ιδιωτική πρωτοβουλία να επεμβαίνει στο δημόσιο χώρο όπως αυτή προκρίνει.

3. Οι ιδιωτικοί αρχιτεκτονικοί διαγωνισμοί, με ιδιώτες χορηγούς, θα έπρεπε να αφορούν σε ιδιωτικούς χώρους και χρήσεις. Ανεξάρτητα αν κανείς συμφωνεί ή διαφωνεί με τον θεσμό, οφείλουμε να θυμίσουμε, ότι οι ιδιωτικές χορηγίες- από την αρχαιότητα έως σήμερα - συνιστούν οικονομικές προσφορές των πλουσίων προς την κοινωνία και όχι υποκατάσταση της εξουσίας ή της δημόσιας διοίκησης.

Ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει, ότι η κρίση και η κατάρρευση της πόλης, μάς φέρνει μπροστά στην ανάγκη αναθεώρησης σχεδίων, σε νέες ιεραρχήσεις, οι οποίες θα έχουν πρωτίστως ως στόχο την αναβάθμιση των συνοικιών που πλήττονται άμεσα, του τοπικού εμπορίου που καταστρέφεται, τη θωράκιση της κατοικίας των μεσαίων και χαμηλών στρωμάτων που έπαψε να αποτελεί αυτονόητο δικαίωμα. Είναι αδιανόητο, προσθέτει, μέσα στις συνθήκες καθολικής φτώχειας του πληθυσμού, Μαικήνες να προωθούν, χειροκροτούμενοι από τους υπουργούς των Μνημονίων, έργα ανάδειξης των Ιδρυμάτων τους και της πολεοδομικής «βιτρίνας» της Αθήνας, ενώ λίγα οικοδομικά τετράγωνα πιο μακριά οι κάτοικοι να κοιμούνται στα πεζοδρόμια αναζητώντας ένα πιάτο φαί.