Γράφει ο Θέμης Δαγκλής

Μια έμμεση παραδοχή ότι δεν πάνε καλά τα πράγματα είχε η ομιλία του Αλέξη Τσίπρα στην Κοινοβουλευτική του Ομάδα. Εκεί προς το τέλος, που κάλεσε τους συντρόφους του να περάσουν στην αντεπίθεση, να «πάνε ξανά και να ανταμώσουν με τον κόσμο που τους εμπιστεύτηκε, να επανακαταθέσουν το εναλλακτικό τους πρόγραμμα, να σταματήσουν την ιδιώτευση και την απογοήτευση του κόσμου».
Η αποστροφή αυτή εξηγεί και το «ντιμπέιτ» που ζήτησε ο κ. Τσίπρας. Αν κάτι έχει ανησυχήσει το ΣΥΡΙΖΑ, αυτό είναι η αντοχή της πρωθυπουργικής εικόνας και της ΝΔ. Καθόλου δεδομένο δεν θεωρούν πια στην Κουμουνδούρου, ότι η ΝΔ θα ακολουθήσει τη μοίρα όλων των μνημονιακών κομμάτων, την δημοσκοπική κατάρρευση, όπως πίστευαν το περασμένο Φθινόπωρο, ή ότι θα καταγάγουν μια άνετη νίκη. 

Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος κ. Δ. Παπαδημούλης έδωσε ένα στίγμα των πραγματικών προσδοκιών της Κουμουνδούρου πριν από λίγες μέρες, λέγοντας ότι οι επόμενες εκλογές θα είναι ένα ντέρμπι ανάμεσα στο ΣΥΡΙΖΑ και τη ΝΔ και θα κριθούν πάνω  από το 35%.

Η πραγματική μάχη λοιπόν θα είναι για το ποιός θα έχει τη μύτη μπροστά στο φίνις και θα πάρει το μπόνους των 50 εδρών ώστε να είναι κυρίαρχος του παιχνιδιού. Και στο ΣΥΡΙΖΑ καταλαβαίνουν, ότι αυτό το παιχνίδι κινδυνεύουν να το χάσουν, αν επιτρέψουν στο Σαμαρά να κερδίζει πόντους, όσο και αν κατακρημνίζονται οι δύο μικρότεροι κυβερνητικοί εταίροι.

Ουδόλως μάλιστα πιστεύουν ότι για τον Σαμαρά θα ήταν πλήγμα, αν έχανε κάποιον από τους δύο εταίρους στο όριο του 3%, το πως θα στηθεί κυβέρνηση θεωρούν ότι αποτελεί προβληματισμό της επομένης των εκλογών και όχι της προηγούμενης.

Το ότι το προβάδισμα της ΝΔ διευρύνεται και ότι η «κυβερνητική προπαγάνδα» αποδίδει έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην πρόκληση Τσίπρα στο Σαμαρά για προσωπική αντιπαράθεση, όσο και αν είχε στοιχεία πυροτεχνήματος και αμηχανίας - τι άλλο δηλαδή να προτείνουν; Κάτι έπρεπε να κάνει όμως ο ΣΥΡΙΖΑ για να μην επιτρέψει στη ΝΔ να ξεφύγει και μια και το έκανε, θα επιμείνει σε αυτό.

Από εδώ και στο εξής, ο Τσίπρας θα καλεί το Σαμαρά να «παλέψουν», σε κάθε ευκαιρία, ελπίζοντας ότι θα καταφέρει να δημιουργήσει στην κοινή γνώμη την εντύπωση ότι φοβάται και ότι η συγκυρία θα γυρίσει πάλι επί το αρνητικότερον ώστε να κλείσει η διαφορά. Το «ντιμπέϊτ», θα είναι μαζί μας για πολύν καιρό ακόμα…