Γράφει η Τιτίκα Ανουσάκη
 
Τις τελευταίες εβδομάδες με αφετηρία την κόντρα στους κόλπους της τρικομματικής κυβέρνησης για το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο παρατηρείται μια αλλαγή στις σχέσεις των κυβερνητικών εταίρων. 
 
Ρεπορτάζ και αναλύσεις κάνουν λόγο για κόντρα, ρήγμα, διαφωνίες, πάγωμα σχέσεων. Πολλοί μιλούν για μια κρίση ανάμεσά τους που προκαλείται από τα κόμματα της κυβερνητικής μειοψηφίας, ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ, που αποφάσισαν να βγουν στο αντάρτικο εξυπηρετώντας τους κομματικούς τους σκοπούς, με δεδομένο ότι έχουν υποστεί μεγάλη φθορά από τη συμμετοχή στην κυβέρνηση. 
 
Ένα νόμισμα όμως έχει πάντα δύο όψεις. Και αν αυτή είναι η μία όψη, η άλλη ποια είναι θα αναρωτηθεί κανείς. 
 
Η κρίση αυτή ανάμεσα στους κυβερνητικούς εταίρους θα μπορούσε να είναι τεχνητή, λένε κάποιοι. Θα μπορούσε δηλαδή όλο αυτό το κλίμα με την έντονη κριτική προς το Μέγαρο Μαξίμου και τις αποφάσεις του, η δυσφορία του πρωθυπουργικού περιβάλλοντος για την ενδοκυβερνητική γκρίνια, να καλλιεργείται με τις ευλογίες όλων, ακόμα και της κυβέρνησης.  
 
Με αυτόν τον τρόπο εξυπηρετούνται πολλαπλοί κομματικοί σκοποί για όλους. Η Νέα Δημοκρατία μπορεί δημοσκοπικά τουλάχιστον να εμφανίζεται σταθερή ωστόσο σε μια βαθύτερη ανάγνωση των μετρήσεων παρατηρείται μετατόπιση ψηφοφόρων από την παραδοσιακή της βάση προς τα δεξιά. Η ανάδειξη σαφών ιδεολογικών διαφορών  από τους εταίρους της στην κυβέρνηση και η ενίσχυση του συντηρητικού της προφίλ θα μπορούσε να βοηθήσει στον επαναπατρισμό των ψηφοφόρων της που έχουν βρει στέγη στη Χρυσή Αυγή. 
 
Δεν αποτελεί λοιπόν σενάριο επιστημονικής φαντασίας ο Αντώνης Σαμαράς να αφήνει συνειδητά το περιθώριο στους δύο εταίρους του να «αναπνεύσουν» ιδεολογικά και να δημιουργήσουν σαφείς διαχωριστικές γραμμές. 
 
Με το φόβο της ταύτισης των τριών κομμάτων στην συνείδηση των πολιτών ως ενιαίου πολιτικού σχηματισμού και της εμπέδωσης της εικόνα αυτής και οι τρεις θέλουν να στείλουν ένα σαφές μήνυμα προς τον κόσμο που θα μπορούσε σύντομα να περιγραφεί ως «και μαζί και χώρια». 
 
Στέλνουν λοιπόν το μήνυμα πως είναι «μαζί» στο όνομα της σωτηρίας της χώρας με ό,τι αυτό συνεπάγεται: μειώσεις μισθών συντάξεων,φόροι, απολύσεις, αλλά και «χώρια» καθώς έχουμε διαφορετικές ιδεολογικές ταυτότητες. 
 
Έτσι έχει στηθεί ένα επικοινωνιακό «γήπεδο» όπου για τα «φάουλ» ο καθένας σφυρίζει αδιάφορα εξυπηρετώντας τους πολιτικούς και κομματικούς σκοπούς του καθένα. 
 
Και μπορεί το σενάριο των βουλευτικών εκλογών να φαντάζει μακρινό, με τον πρωθυπουργό πάντως να έχει στην τσέπη του το «χαρτί» του αιφνιδιασμού, ωστόσο η αντίστροφη μέτρηση για τις ευρωεκλογές έχει αρχίσει. 
 
ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ έχουν ξεκινήσει έναν αγώνα δρόμου για να αναχαιτίσουν την πτωτικής τους πορεία στις δημοσκοπήσεις και να ανασυντάξουν τις δυνάμεις τους. Στο κομματικά τους επιτελεία εκτιμάται πως ήρθε η ώρα να «βγουν» ξανά μπροστά στην κοινωνία και να υπενθυμίσουν το ποιοι είναι, αλλά και να ανοίξουν έναν ευρύ διάλογο για μια ενδεχόμενη συνεργασία στους κόλπους της κεντροαριστεράς. 
 
Το μνημονιο και η κρίση γκρέμισε εκτός από το βιοτικό επίπεδο του έλληνα και την ιδεολογική ταυτότητα του εκλογικού σώματος.. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως στις αναλύσεις των δημοσκοπήσεων παρατηρούνται ψηφοφόροι να μετακινούνται από τα άκρα αριστερά στη άκρα δεξιά και το αντίστροφο. Ο πολιτικός χάρτης της χώρας όπως είχε διαμορφωθεί από τη Μεταπολίτευση και μετά δείχνει διαφοροποιημένος και καλεί τα κόμματα να προσαρμοστούν σε αυτόν. 
 
Όποιο από τα σενάρια και να επικρατεί πάντως το μόνο σίγουρο είναι πως για ακόμη μια φορά- ακόμη και στην κρίσιμη καμπή που περνά η Ελλάδα - τα επικοινωνιακά τρικ στην πολιτική σκακιέρα της χώρας καλά κρατούν.