Έκθεση πολλαπλών αναγνώσεων, με αρκετούς αστερίσκους, επισημάνσεις και αυτοκριτική έδωσε στη δημοσιότητα το Διεθνές Νομισματικό Τταμείο το βράδυ της Τετάρτης.«Όχι» σε μείωση των φόρων λέει το Ταμείο, που καλεί μετ' επιτάσεως την κυβέρνηση να προχωρήσει τις αλλαγές στον φοροεισπρακτικό μηχανισμό και το δημόσιο, υποστηρίζοντας μάλιστα ότι εάν η πρόοδος δεν είναι ικανοποιητική, θα προκύψει η ανάγκη νέων μέτρων ύψους 4,4 δισ. ευρώ έως το 2017.

Το Ταμείο επαινεί τη χώρα για την πρόοδο που έχει σημειώσει στη δημοσιονομική προσαρμογή, αλλά και συστήνει νέες παρεμβάσεις, ενώ ασκεί σκληρή κριτική για τη φοροδιαφυγή αλλά και την απουσία απολύσεων στο δημόσιο, δύο πεδία που συνδέει άρρηκτα με την οικονομική πορεία της Ελλάδας στο μέλλον.

Σε ανάλογο μήκος κύματος ήταν και οι δηλώσεις του επικεφαλής της αποστολής του Ταμείου στην χώρα μας Πωλ Τόμσεν, ο οποίος είπε οι ελληνικές αρχές δεν θα πρέπει να εξετάσουν το ενδεχόμενο μείωσης των φόρων προτού υπάρξουν σαφείς ενδείξεις ότι οι μεταρρυθμίσεις έχουν αποτέλεσμα.

Στην έκθεση τονίζεται ότι με βάση τις σημερινές εκτιμήσεις δεν θα χρειαστούν νέα μέτρα για το 2013 και το 2014. Το θέμα του δημοσιονομικού κενού στη διετία 2015-2016 θα συζητηθεί όταν επιστρέψουν οι ελεγκτές

Την ίδια ώρα, η έκθεση υποστηρίζει ότι η δημοσιονομική κατάσταση δεν δικαιολογεί τις αισιόδοξες προβλέψεις εκ μέρους της κυβέρνησης, υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχουν περιθώρια μείωσης των φόρων. Όπως σημειώνεται, το αίτημα της ελληνικής κυβέρνησης θα επανεξεταστεί μόλις επιστρέψουν οι ελεγκτές της τρόικας στην Αθήνα την ερχόμενη εβδομάδα.

Το ΔΝΤ υπολογίζει θα έχουμε φέτος ύφεση 4,2% και το 2014 επιστροφή σε ανάπτυξη της τάξης του 0,6%. Εκτιμά όμως, ότι το μέγιστο της ανάπτυξης θα καταγραφεί το 2016 (3,7%), ενώ θα ακολουθήσει επιβράδυνση έως το 3,2% το 2018. Το ποσοστό ανεργίας υπολογίζεται στο 27% φέτος και εκτιμάται ότι θα μειωθεί σταδιακά στο 16,3% έως το 2018.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στο υψηλό δημόσιο χρέος της χώρας με το ΔΝΤ να σημειώνει ότι το μεγάλο μέγεθός του τρομάζει τους υποψήφιους επενδυτές. Καλεί δε τους Ευρωπαίους για πολλοστή φορά για άμεση λήψη μέτρων ελάφρυνσης του χρέους αν χρειαστεί.

Όπως επισημαίνεται, παρά τις προσπάθειες της Ελλάδας, το χρέος παραμένει πάνω από το 157% του ΑΕΠ. «Για αυτό και η δέσμευση των κοινοτικών εταίρων της Ελλάδας να παρέχουν πρόσθετη συνδρομή υπό όρους αν κριθεί αναγκαίο ώστε να φέρουν το χρέος κάτω από το 110% του ΑΕΠ έως το 2022 είναι κρίσιμη για να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα» τονίζεται χαρακτηριστικά.

Παράλληλα σημειώνεται ότι ενώ οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας έχουν επιφέρει μια αξιοσημείωτη μείωση των ονομαστικών μισθών, αυτό δεν αποτυπώνεται σε χαμηλότερες τιμές, λόγω της αποτυχίας στην απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων και γενικότερα στο άνοιγμα αγορών στον ανταγωνισμό. Αυτός είναι ένας ακόμη λόγος για τον οποίο πάρα πολύ από το βάρος της προσαρμογής έχει πέσει μέχρι στιγμής σε μισθωτούς και συνταξιούχους.

Κριτική ασκείται για τις καθυστερήσεις στις αποκρατικοποιήσεις και την απελευθέρωση των αγορών, αν και επισημαίνεται ότι ο πραγματικός έλεγχος της εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων στα δύο παραπάνω πεδία θα γίνει στις επόμενες αξιολογήσεις.

Η έκθεση αξιολόγησης συνοδεύεται από μια εκ των υστέρων αποτίμηση του πρώτου προγράμματος από το 2010 ως το 2012, όπου γίνεται σκληρή αυτοκριτική για τα λάθη του πρώτου μνημονίου που οδήγησαν σε βαθύτερη του αναμενόμενου ύφεση και εκτίναξη της ανεργίας, ενώ το πρόγραμμα δεν απέφερε τον έλεγχο του χρέους και την επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές όπως είχε σχεδιαστεί.