Άρθρο του Προκόπη Παυλόπουλου με τίτλο «ΤΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΚΙΝΑΣ: Παράδειγμα προς μίμηση» ή «σήμα κινδύνου» του καπιταλιστικού συστήματος;» δημοσιεύεται σήμερα στο περιοδικό «Επίκαιρα».

Αναλυτικά το άρθρο:

«Το «Σύνδρομο της Κίνας» φαίνεται να διακατέχει ολοένα και περισσότερο την παγκόσμια –και ως τ’ ακραία όριά της παγκοσμιοποιημένη- οικονομία.  Μάλιστα δε υπό τη μορφή «νομίσματος» με δύο όψεις:  Στη πρώτη, θα ‘λεγε κανείς την «κύρια», απεικονίζεται η γενικότερη αβεβαιότητα –και, γιατί όχι, πραγματική αγωνία- ως προς το ποιο θα είναι το τελικό αποτέλεσμα της παράδοξης συνεύρεσης του κινεζικού «κομμουνισμού» με τον «προαιώνιο» οικονομικό εχθρό του, τον καπιταλισμό.  Στη δεύτερη όψη του νομίσματος είναι χαραγμένο το, φυσικά συνακόλουθο, «άγχος» των παραδοσιακών «δυνάμεων» του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος μπροστά στον κίνδυνο αποκαθήλωσης της παγκόσμιας κυριαρχίας τους δια της σταδιακής «απορρόφησής» τους από τους διαρκώς αναβαθμιζόμενους «κινητήρες» της, ήδη θηριώδους, κινεζικής οικονομικής μηχανής.  Στην πραγματικότητα οι δύο όψεις του νομίσματος είναι συμπληρωματικές.  Διότι, στο τέλος, απλώς καταγράφουν μια «πορεία προς το άγνωστο» σχετικά με το γενικότερο πρόσωπο του μελλοντικού καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος.

Ας ξεκινήσουμε όμως από τη δεύτερη όψη του νομίσματος. Όπως την συνθέτουν χαρακτηριστικοί οικονομικοί νεολογισμοί του τύπου «Κιμερική», «Κιρμανία», «Κινδία».

Κατ’ ουσίαν, οι όροι αυτοί επιχειρούν να περιγράψουν το ίδιο φαινόμενο σε διαφορετικά όμως γεωοικονομικά πεδία.  Και τούτο διότι κοινή συνισταμένη τους είναι η αναδυόμενη παντοδυναμία της κινεζικής  οικονομίας μεσ’ από το αμάλγαμα, το οποίο παράγει η συνεργασία της με τους πάλαι ποτέ «ισχυρούς» του καπιταλιστικού κόσμου.

Η «Κιμερική» αποδίδει –τουλάχιστον κατά βάση- τον έλεγχο μεγάλου πλέον μέρους του δημόσιου χρέους των ΗΠΑ από τον κινεζικό οικονομικό γίγαντα, που έτσι όμως μπορεί εύκολα να μεταλλαχθεί σε πραγματικό «Σάυλοκ» γι’ αυτές.

Η «Κιρμανία» εκπροσωπεί την ολοένα και μεγαλύτερη εξάρτηση των γερμανικών εξαγωγών –δηλαδή του σκληρού πυρήνα της σύγχρονης γερμανικής οικονομικής υπεροχής- από την κινεζική δυνατότητα «υποδοχής».  Με τι τίμημα όμως!  Με την εγκατάσταση στο κινεζικό έδαφος και των αντίστοιχων μέσων παραγωγής, έως ότου μάλιστα τα made in China προϊόντα αναδειχθούν ελκυστικότερα των made in Germany…

Τέλος η «Κινδία», δηλαδή η ραγδαίως αναπτυσσόμενη οικονομική συνεργασία Κίνας – Ινδίας, σηματοδοτεί μια διαφορετική ιδιαιτερότητα.  Αφού αποκαλύπτει την τάση της Κίνας από τη μια πλευρά να χρησιμοποιήσει το ινδικό παραγωγικό δυναμικό, ως φθηνότερο, για να θωρακίσει την παγκόσμια ανταγωνιστικότητά της.  Και, από την άλλη, να εμπεδώσει την υπεροχή της ακόμη και στο πλαίσιο της συμμετοχής της στη χορεία των BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα, Νότια Αφρική), ήτοι των εκκολαπτόμενων νέων «παραγόντων» του παγκόσμιου οικονομικού γίγνεσθαι.

Δεν είναι αλήθεια, λοιπόν, ότι αυτή η όψη του οικονομικού «Συνδρόμου της Κίνας» αποδεικνύει, σε πλανητική πια κλίμακα, ότι η «απορροφητική» δύναμη της κινεζικής οικονομίας κορυφώνεται;  Και ότι στα μάτια των, άλλοτε «ισχυρών», σημερινών συνεταίρων της φαντάζει και σαν ανεξέλεγκτο τσουνάμι, που αποκτά εξαιρετικά καταστροφικές διαστάσεις όσο πλησιάζει στην ακτή;  Ας σημειωθεί ότι η αγωνία των «συνεταίρων» της κινεζικής οικονομικής αυτοκρατορίας μεγεθύνεται επειδή:

Πρώτον, «ναρκωμένοι», ακόμη και σήμερα, από τη «χρήση» της νεοφιλελεύθερης οικονομικής «ουσίας» παρακολουθούν «μοιραίοι και άβουλοι» την χωρίς όρια εξάπλωσή της.

Δεύτερον –και συνακόλουθα- δεν έχουν καν σχεδιάσει την «επόμενη μέρα».  Δηλαδή την αντιμετώπιση του ενδεχομένου -που υπό τα τωρινά δεδομένα μοιάζει με βεβαιότητα- να βρεθούν από «ιδιοκτήτες» του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος σ’ «ενοικιαστές». Και μάλιστα κάτω από συνθήκες «καταπλεονεκτικής οικονομικής δικαιοπραξίας»!

Κάπως έτσι ευκόλως οδηγείται κανείς στην περιγραφή –αλλά, ταυτοχρόνως, κι επεξήγηση- της άλλης, δηλαδή της πρώτης, όψης του «νομίσματος» που κυκλοφορεί με τα διακριτικά οικονομικά χαρακτηριστικά του «Συνδρόμου της Κίνας».

Τι, άραγε, θα προκύψει για το γενικότερο μέλλον του οικονομικού καπιταλιστικού συστήματος απο την –φαινομενικώς τουλάχιστον- «φρενήρη κούρσα» της κινεζικής οικονομίας;  Την απάντηση στο ερώτημα αυτό «δυσκολεύουν» κυρίως τα εξής δύο δεδομένα:

Πρώτον, το γεγονός ότι, όπως ήδη σημειώθηκε, το κινεζικό οικονομικό «πρότυπο» στηρίζεται πάνω σε δύο, per se αντιφατικές μεταξύ τους, αντηρίδες: Ήτοι στην αντηρίδα του –σαφώς βέβαια κατ’ επίφαση- κομμουνιστικού συστήματος οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης.  Και στην αντηρίδα του πιο διαβρωμένου από τα νεοφιλελεύθερα κελεύσματα καπιταλισμού που έχει εμφανισθεί στην οικονομική ιστορία.  Προς το παρόν, και παραφράζοντας τη γνωστή ρήση του Τσου Εν Λάι, στην Κίνα κομμουνισμός και καπιταλισμός κοιμούνται στο ίδιο κρεβάτι αλλά βλέπουν διαφορετικά όνειρα.

Δεύτερον, οι διαπιστώσεις αναφορικά με τα ως τώρα αποτελέσματα της, κινεζικής «έμπνευσης», συνύπαρξης κομμουνισμού και καπιταλισμού.  Διαπιστώσεις οι οποίες οδηγούν στο περαιτέρω συμπέρασμα, ότι η ως άνω συνύπαρξη όχι μόνο δεν ευνοεί το καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα να ξαναβρεί τις χαμένες ρίζες του. Αλλά το ωθεί, μ’ ακόμη μεγαλύτερη τάση διακινδύνευσης, έξω από τα ευρύτερα όρια των εγγενών προδιαγραφών του.

Μια τέτοια διαπίστωση δεν είναι, καθόλου μάλιστα, υπερβολική. Και τούτο προκύπτει, μεταξύ άλλων φυσικά, από την παρατήρηση δύο χαρακτηριστικών φαινομένων:

Το πρώτο αφορά το ότι, σε πολιτικό επίπεδο, το κινεζικό σύστημα διακυβέρνησης δεν δείχνει καμιά διάθεση ουσιαστικού εκδημοκρατισμού, κυρίως μεσ’ από τη θέσπιση εγγυήσεων αναγνώρισης και σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων, τα οποία συνθέτουν την πεμπτουσία του δυτικού πολιτισμού.

Και το δεύτερο συνδέεται με το ότι ο κινεζικός «καπιταλισμός» όχι μόνο δεν οδηγεί στην ισόρροπη βελτίωση του οικονομικού επιπέδου των μελών του κοινωνικού συνόλου και τη διαμόρφωση ενός στοιχειώδους κοινωνικού κράτους δικαίου.  Αλλά, όλως αντιθέτως, μεγεθύνει τις κοινωνικές ανισότητες, ιδίως προς την κατεύθυνση της ανάδειξης μιας «οικονομικής νομενκλατούρας», μπροστά στην οποία ωχριά το ρωσικό «πρότυπο».  Όσο δε για «δημοκρατική διαφάνεια», το κινεζικό πολιτικό και οικονομικό τοπίο μάλλον προσαρμόζεται στις τραγικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις της οικονομικής ανάπτυξης στη Κίνα, λόγω των οποίων όλα μοιάζουν μ’ ένα τοξικό «τοπίο στην ομίχλη».

Το συμπέρασμα της ανάλυσης που προηγήθηκε συνάγεται μάλλον αυτονοήτως. Συγκεκριμένα δε μέσ’ από τρεις συνιστώσες:  Πρώτον, αφού ουδόλως αμφισβητείται, παγκοσμίως, η λογική της οικονομίας που στηρίζεται στην αξία του χρήματος –και του συνακόλουθου κέρδους- ως κινητήριας δύναμης μιας εμπεδωμένης συναλλακτικής –και όχι, δόξα τω Θεώ, ανταλλακτικής- οικονομικής υποδομής, το καπιταλιστικό σύστημα «ζει και βασιλεύει».  Και πάλι ευτυχώς, αφού κάθε άλλο σύστημα, όπως η ιστορία τεκμηριώνει, οδηγεί από τη φύση του σε καθεστώς «ανθρώπινης δουλείας».  

Δεύτερον, δεν είναι η Κίνα που άνοιξε το δρόμο προς τη «νόθευση» του γνήσιου καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος. Ο «προνομιακός συνομιλητής» του, η Δύση, προηγήθηκε –και δυστυχώς, πάντα προηγείται- όταν παρέδωσε κι εξακολουθεί να παραδίδει στη βουλιμία των «αγορών» τους δύο «κίονες» στήριξής του:  Το κοινωνικό κράτος δικαίου και την εμπιστοσύνη αφενός στη «συναλλακτική» αξία του χρήματος και, αφετέρου, στην εν γένει «τραπεζική πίστη».  

Κάτι ξέρουν περισσότερο Ελλάδα και Κύπρος, μεσ’ από την τραγική εμπειρία του «κουρέματος» του δημόσιου χρέους και των τραπεζικών καταθέσεων αντιστοίχως. Τρίτον, το καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα, με τις αδιανόητες δυνατότητες «υδραργυρικής» μετάλλαξής του –«ο καπιταλισμός δεν αστειεύεται»- θα επιβιώσει.  Το ζήτημα είναι με ποιο κόστος για τον Άνθρωπο τον οποίο, σύμφωνα με την καταγωγή του, οφείλει –και μπορεί όπως απέδειξε- να υπερασπίζεται. Το κινεζικό «παράδειγμα» καταδεικνύει πως όσο πιο ασύστολος είναι ο «βιασμός» του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος, τόσο πιο επώδυνες εμφανίζονται οι επιπτώσεις και για τον Άνθρωπο και για τη Δημοκρατία.  Υπό τα δεδομένα αυτά δεν είναι, άραγε, ώρα να κατανοήσει, επιτέλους, η Γερμανία –η, «κατ’ ευφημισμόν» φυσικά, «κυρίαρχη δύναμη» της Ευρώπης- τις ευθύνες της όχι μόνο με όρους μέλλοντος αλλά και, πρωτίστως μάλιστα, με όρους αναγνώρισης ενός ζοφερού ιστορικού παρελθόντος;».