Στο προσυνέδριο της Νέας Δημοκρατίας συμμετείχε ο βουλευτής Προκόπης Παυλόπουλος με συγκεκριμένα σημεία παρέμβασης.

Αναλυτικά τα σημεία παρέμβασης του κ. Παυλόπουλου:

«Οι συνθήκες, υπό τις οποίες θα εξελιχθεί η αναθεώρηση του Συντάγματος, είναι εξαιρετικά κρίσιμες αλλά και άκρως διδακτικές για τη σημασία και την αποστολή αυτής της κορυφαίας δημοκρατικής διαδικασίας.

Οι περί αναθεώρησης διατάξεις του άρθρου 110 του Συντάγματος, πέραν των άλλων, «υπενθυμίζουν»:

Α.   Πριν απ’ όλα η αναθεώρηση του Συντάγματος είναι κατ’ εξοχήν συναινετική διαδικασία.  Άρα δεν προσφέρεται για την ανάδειξη στείρων κομματικών αντιπαραθέσεων.

Δεύτερον, η αναθεώρηση του Συντάγματος, ακριβώς επειδή παρεμβάλλεται η λαϊκή ετυμηγορία, είναι διαδικασία θεσμικής και πολιτικής περίσκεψης, η οποία έχει ως θεμέλιο τη δημοκρατική της νομιμοποίηση.

Υπό τα δεδομένα αυτά η αναθεώρηση του Συντάγματος αποσκοπεί να διορθώσει ή να επικαιροποιήσει το Σύνταγμα, ενόψει της ως τώρα εφαρμογής του και, κυρίως, ενόψει των κοσμογονικών κοινωνικοοικονομικών αλλαγών που συντελούνται, και μάλιστα στο επίκεντρο της βαθειάς παγκόσμιας οικονομικής κρίσης.  Δεν μπορεί όμως να χρησιμοποιείται για να συγκαλύψει την αμηχανία των πολιτικών.  Και, πολύ περισσότερο, τα λάθη τους ως προς την εφαρμογή του Συντάγματος.  Συνιστά δε τεράστιο ζήτημα Δημοκρατίας το ν’ αναθεωρείται το Σύνταγμα μόνο και μόνο για ν’ αποφευχθεί η πιστή και πλήρης εφαρμογή του, όταν οι διατάξεις του βαίνουν προς τη σωστή κατεύθυνση.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το ισχύον Σύνταγμα, το Σύνταγμα που φέρει την πολιτική –και όχι μόνο- «σφραγίδα» του Κωνσταντίνου Καραμανλή και της Νέας Δημοκρατίας, είναι εκείνο που:

Α.  Εδραίωσε τη Δημοκρατία και την θωράκισε με σύγχρονους θεσμούς που αντέχουν στο χρόνο.

Είναι το μακροβιότερο και πιο επιτυχημένο Σύνταγμα στην ιστορία μας.  Γι’ αυτό και οι αναθεωρήσεις του είναι οι μόνες που έγιναν με τρόπο συνταγματικώς άψογο.


Οι ως τώρα τρεις αναθεωρήσεις του Συντάγματος δεν άλλαξαν, ευτυχώς, τη βασική δομή του και τον θεσμικοπολιτικό του προσανατολισμό.  Αυτή την παρακαταθήκη πρέπει να σεβασθεί και η επόμενη αναθεώρησή του.
Οι τελικές προτάσεις μας θα διαμορφωθούν μεσ’ από τις εσωκομματικές δημοκρατικές διαδικασίες μας.  Μένω μόνο σ’ ορισμένες επισημάνσεις που θεωρούνται πια «κοινοί τόποι» στο σημερινό πολιτικό και θεσμικό τοπίο:

Α.Ενίσχυση του ρυθμιστικού ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Περαιτέρω θωράκιση του κοινωνικού κράτους δικαίου και του δικαιώματος δικαστικής προστασίας.
Διαχωρισμός του κυβερνητικού ρόλου από τον κοινοβουλευτικό («ασυμβίβαστο» υπουργού και βουλευτή).
Τόνωση των εγγυήσεων εφαρμογής της αρχής της νομιμότητας.
Θεσμικά ερείσματα, προκειμένου να ολοκληρώνεται, κατά το δυνατόν, η θητεία της Κυβέρνησης.
Κατάργηση του σημερινού θεσμικού πλαισίου ευθύνης των μελών της Κυβέρνησης, ιδίως δε της «αποσβεστικής προθεσμίας».
Εγγυήσεις προς την ενίσχυση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου.

Η Δημοκρατία, μέσα στη σημερινή βαθειά και επώδυνη κρίση, είναι το «προκεχωρημένο θεσμικό φυλάκιο» για την απόκρουση των «εισβολέων» που επιβουλεύονται την κοινωνική συνοχή.  Γι’ αυτό και η επερχόμενη αναθεώρηση πρέπει να κατατείνει πρωτίστως στην προστασία της Δημοκρατίας από τους σύγχρονους, εξαιρετικά επικίνδυνους, εχθρούς της. Των οποίων η διαβρωτική αλλά και αποκρουστική παρουσία είναι ήδη αισθητή ακόμη και μέσα στη Βουλή».