Γράφει ο Πάνος Ράσσιας

Ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις προκάλεσε η ακατανόητη στάση του Φώτη Κουβέλη, να κατεδαφίσει την κρίσιμη για τη χώρα, συνοχή της τρικομματικής κυβέρνησης, με την υπαναχώρησή του από την προχθεσινή συμφωνία των τριών αρχηγών.

Σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες του newpost, στη προτελευταία σύσκεψη της Τετάρτης, Αντώνης Σαμαράς, Ευάγγελος Βενιζέλος Φώτης Κουβέλης είχαν συμφωνήσει το πολιτικό πλαίσιο για τον μεταβατικό φορέα που θα λειτουργούσε τη δημόσια ραδιοτηλεόραση, μέχρι την δημιουργία της ΝΕΡΙΤ, πάνω στη βάση που έθεσε η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Αυτό που εκκρεμούσε, ήταν να προσδιοριστεί ο ακριβής αριθμός των εργαζομένων που θα υπέγραφαν την ολιγόμηνη σύμβαση.

Και ενώ μέχρι χθες το μεσημέρι, δεν υπήρχε καμία ένδειξη που θα τορπίλιζε τη συμφωνία, από το απόγευμα και μετά, με τη συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της ΔΗΜΑΡ, άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια ανησυχίας, τα οποία πύκνωσαν όσο περνούσε η ώρα.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός, ότι όταν, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, ο πρωθυπουργός προσγειώθηκε στις 19:15 στην Αθήνα προερχόμενος από τη Βιέννη, το πρώτο τηλεφώνημα που δέχθηκε ήταν από τον Ευάγγελο Βενιζέλο, ο οποίος τον ενημέρωσε για τις προθέσεις του Φώτη Κουβέλη να τορπιλίσει τη συμφωνία.

Οι πληροφορίες αυτές επαληθεύτηκαν λίγη ώρα αργότερα, όταν οι τρεις αρχηγοί κάθισαν για τρίτη φορά μέσα στη βδομάδα, γύρω από το ίδιο τραπέζι. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές ο Αντώνης Σαμαράς πρότεινε για το μεταβατικό σχήμα της δημόσιας τηλεόρασης, να γίνουν άμεσα δίμηνες ή τρίμηνες συμβάσεις σε 1.100 μέχρι 1.300 από τους ήδη υπάρχοντες εργαζόμενους της παλιάς ΕΡΤ.

Μάλιστα, όταν ο Ευάγγελος Βενιζέλος επέμεινε για περισσότερους, ο κ. Σαμαράς φέρεται να δέχθηκε να αυξηθεί ο αριθμός αυτός κατά 500 ή και 600, αρκεί να μην οδηγηθεί η χώρα σε εκλογές και να μην υπάρξει αστάθεια. Στο σημείο αυτό όμως, ο Φώτης Κουβέλης εξέφρασε την ανέφικτη και αντίθετη με την απόφαση του ΣτΕ, πρόταση, να συνεχίσει να λειτουργεί η παλιά ΕΡΤ ως είχε και να γίνει εν συνεχεία η εξυγίανση.

Η κίνηση αυτή, όπως ήταν λογικό οδήγησε σε ναυάγιο τη σύσκεψη, καθώς ήταν εκτός των πλαισίων της τελευταίας συμφωνίας των τριών αρχηγών, δημιουργώντας πλήθος ερωτημάτων για τη σκοπιμότητά της. Τόσο ο κ. Σαμαράς, όσο και ο κ. Βενιζέλος ρώτησαν τον κ. Κουβέλη «για ποιο λόγο είναι μία μέσα και μία έξω» χωρίς να λάβουν απάντηση, ενώ πριν αναχωρήσει ο πρόεδρος της ΔΗΜΑΡ από το Μέγαρο Μαξίμου, ρωτήθηκε από τον πρωθυπουργό αν θα παραμείνει με τους υπουργούς του στην κυβέρνηση ή όχι, για να απαντήσει ότι θα συμβουλευόταν την Κοινοβουλευτική Ομάδα του.

Με την αποχώρηση των δύο πολιτικών αρχηγών από το Μέγαρο Μαξίμου, ο πρωθυπουργός συγκάλεσε ευρεία κυβερνητική σύσκεψη με τη συμμετοχή των υπουργών και υφυπουργών της ΝΔ, του γραμματέα της κυβέρνησης Τάκη Μπαλτάκου, του προέδρου της Βουλής Ευάγγελου Μειμαράκη, του γραμματέα της Κ.Ο. της ΝΔ Θανάση Μπούρα και του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του κόμματος Μάκη Βορίδη. Όλα τα στελέχη μετά το τέλος της σύσκεψης έκαναν δηλώσεις των οποίων το νόημα συνοψίζεται στη φράση «συνεχίζουμε στο δρόμο της ευθύνης».

Ο πρωθυπουργός αποχώρησε από το γραφείο του, λίγο μετά τις δύο τα ξημερώματα και αφού συνομίλησε με τον Γιάννη Στουρνάρα, ο οποίος τον ενημέρωσε για τις σημαντικές αποφάσεις του Eurogroup, ενώ προηγουμένως είχε συνεργασία με τον υφυπουργό ΠΕΚΑ Μάκη Παπαγεωργίου για να κλείσουν οι τελευταίες λεπτομέρειες από ελληνικής πλευράς για το θέμα του αγωγού φυσικού αερίου TAP, το οποίο προχωρά.

Έπειτα από αυτές τις εξελίξεις στο Μέγαρο Μαξίμου κρατούν στάση αναμονής, καθώς σήμερα θα φανεί στην πράξη αν οι υπουργοί που προέρχονται από τη ΔΗΜΑΡ παραμένουν ή όχι στην κυβέρνηση, καθώς θα πρέπει να υπογράψουν σειρά υπουργικών αποφάσεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το υπουργείο Δικαιοσύνης, όπου εντός της ημέρας ο Αντώνης Ρουπακιώτης θα πρέπει να υπογράψει τις αποφάσεις για τις αλλαγές στις ηγεσίες των ανώτατων Δικαστηρίων (ΣτΕ, Άρειο Πάγο κλπ).

Στην περίπτωση που η ΔΗΜΑΡ αποσύρει τους υπουργούς της και παραιτηθούν, όπως είναι λογικό, ο ανασχηματισμός επισπεύδεται και θα πρέπει να γίνει άμεσα για να καλυφθούν οι κενές θέσεις που θα προκύψουν. Κυβερνητικά στελέχη πάντως, σημείωναν ότι αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει η σκέψη να κινηθεί διαδικασία για παροχή ψήφου εμπιστοσύνης, κάτι άλλωστε που θα φανεί και στο πρώτο νομοσχέδιο που θα έρθει για ψήφιση στη Βουλή.