Νέα έγγραφα σχετικά με το παρασκήνιο της αγοράς γερμανικών υποβρυχίων από την Ελλάδα έρχονται στη δημοσιότητα για να ενισχύσουν περαιτέρω το δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας "Spiegel" που έκανε λόγο πριν λίγες μέρες για μίζες στην αγοραπωλησία.

Σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας "Πρώτο Θέμα" που επικαλείται διαλόγους μεταξύ του Ευάγγελου Βενιζέλου και στρατηγών, η ελληνική κυβέρνηση πλήρωσε τα υποβρύχια 50% παραπάνω από τους Τούρκους. Ωστόσο, άμεση ήταν η απάντηση του υπουργού Άμυνας, κ. Βενιζέλου-πριν καν κυκλοφορήσει η εφημερίδα στα περίπτερα- ο οποίος απορρίπτει ως παραπλανητικό το δημοσίευμα.

Όπως αναφέρει το δημοσίευμα της κυριακάτικης εφημερίδας, οι αξιωματικοί ρωτούσαν τον υπουργό Άμυνας πως είναι δυνατόν οι Τούρκοι να αγοράζουν έξι υποβρύχια παρόμοια με αυτά της Ελλάδας και να καταβάλλουν δύο δισ. ευρώ ενώ η χώρα μας να δίνει ένα δισ. παραπάνω, δηλαδή τρία δις. Μάλιστα, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά είχε ζητηθεί από όλους τους στρατηγούς να σιωπήσουν.

Και όλα αυτά, λίγες μόνο μέρες μετά το δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας "Spiegel" που έκανε λόγο για ύποπτες πληρωμές ύψους 55 εκατ. ευρώ από την εταιρεία Ferrostaal, που σχετίζονται με την πώληση υποβρυχίων του ναυπηγείου της HDW Κιέλου στην Ελλάδα. Υπενθυμίζεται πως ο υπουργός Άμυνας είχε δηλώσει τότε πως το ζήτημα με τα "μαύρα" χρήματα θα διερευνηθει σε βάθος και ταχύτατα

Ακολουθεί ολόκληρη η σημερινή ανακοίνωση Τύπου-απάντηση του κ. Βενιζέλου στο "Πρώτο Θέμα":

"Το "Πρώτο Θέμα" αφιερώνει παραδόξως την πρώτη και τρεις εσωτερικές σελίδες του όχι στην αρχική σύμβαση των υποβρυχίων του 2000 και στα ζητήματα που απασχόλησαν το γνωστό δημοσίευμα του Spiegel, αλλά στη νέα διορθωτική σύμβαση που κυρώθηκε με το νόμο 3885/2010 προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι η Ελλάδα προμηθεύτηκε και τα αρχικά, αλλά και τα δυο νέα υποβρύχια, σε τιμή μεγαλύτερη από αυτή με την οποία προμηθεύτηκε η Τουρκία τα δικά της.

Επικαλείται δε ως "ντοκουμέντο" τα πρακτικά της σχετικής συνεδρίασης του Συμβουλίου Άμυνας (ΣΑΜ). Τα πρακτικά αυτά τηρήθηκαν για πρώτη φορά στην ιστορία του ΣΑΜ, μαγνητοφωνημένα και πλήρη, με δική μου απόφαση, για λόγους διαφάνειας. Γιατί ήθελα η Βουλή και το ΚΥΣΕΑ να έχουν πλήρη γνώση των θεμάτων που εξέτασε το ΣΑΜ. Τα πρακτικά αυτά τέθηκαν υπόψη της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής και του ΚΥΣΕΑ, τόσο πριν την υπογραφή του προσυμφώνου του Μαρτίου του 2010, όσο και όταν αποφασίστηκε η σύναψη της οριστικής σύμβασης που συζητήθηκε διεξοδικά στη Βουλή και κυρώθηκε από αυτήν με νόμο που τη χαρακτηρίζει ρητά ως επωφελή και συμφέρουσα για το Δημόσιο.

Τα ίδια θέματα συζητήθηκαν και άλλες φορές στη Βουλή, τελευταία δε κατά την προταθείσα από εμένα ακρόαση του πρώην Γενικού Διευθυντή Εξοπλισμών κ. Βασιλάκου που μετείχε στη συνεδρίαση του ΣΑΜ και είχε διατυπώσει τη γνώμη του για την τιμή των δύο υποβρυχίων.

Στο ΣΑΜ τέθηκε, μεταξύ άλλων, και το ζήτημα της τιμής των υποβρυχίων ίδιου τύπου που προμηθεύτηκε η Τουρκία, καθώς με βάση ορισμένα δημοσιεύματα (ακόμη και σε ελληνικές ιστοσελίδες που λειτουργούν ως εύκολη πηγή για ορισμένους δημοσιογράφους), η τιμή τους ήταν χαμηλότερη αυτής των ελληνικών. Αποφασίστηκε το ζήτημα να διερευνηθεί, όχι φυσικά δημόσια, προκειμένου να αντληθούν κρίσιμες στρατιωτικές και εμπορικές πληροφορίες, που δεν παρέχουν με ευκολία ούτε τα σοβαρά κράτη, ούτε οι εταιρίες. Η εμπιστευτικότητα αφορούσε συνεπώς το στάδιο της διερεύνησης και όχι τη συζήτηση στο ΚΥΣΕΑ και τη Βουλή η οποία και επεκτάθηκε σε όλα τα θέματα, χωρίς κανέναν περιορισμό, καθώς για πρώτη φορά εκπρόσωποι αντισυμβαλλομένων εταιριών για οπλικά συστήματα συμμετείχαν σε ακρόαση ενώπιον της Βουλής και για πρώτη φορά συζητήθηκε και κυρώθηκε στη Βουλή παρόμοια σύμβαση.

Αν το "Πρώτο Θέμα" ρωτούσε θα μάθαινε, λοιπόν, ότι το ζήτημα αυτό διερευνήθηκε κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, οπότε και εξηγήθηκε από γερμανικής πλευράς ότι η τιμή για τα τουρκικά υποβρύχια περιλαμβάνει το κόστος των υπό συναρμολόγηση γερμανικών μερών των υποβρυχίων, χωρίς να συνυπολογίζεται το κόστος των εργασιών στα τουρκικά ναυπηγεία καθώς και το κόστος των πρόσθετων τουρκικών υλικών και συστημάτων. Σε αντίθεση με την τιμή για τα ελληνικά υποβρύχια που περιλαμβάνει το ολοκληρωμένο προϊόν και άρα όχι μόνο τα ποσά που καταβάλλονται στη γερμανική πλευρά για τα υλικά και την τεχνογνωσία, αλλά και τα ποσά που καταβάλλονται στα ΕΝΑΕ για τις εργασίες που γίνονται στην Ελλάδα και για τα πρόσθετα υλικά.

Είναι συνεπώς προφανές ότι πρόκειται για δύο διαφορετικά συμβατικά αντικείμενα, καθώς το τουρκικό κόστος αφορά μόνο την HDW και όχι τα τουρκικά ναυπηγεία, ενώ το ελληνικό κόστος περιλαμβάνει και την HDW και τα ελληνικά ναυπηγεία.

Άλλωστε, στην ίδια συνεδρίασή του το ΣΑΜ έκρινε απολύτως ικανοποιητική και συμφέρουσα την τιμή των δύο υποβρυχίων που είναι σταθερή, δεν υπόκειται σε προσαυξήσεις και προσαρμογές, είναι συνεπώς τελικά χαμηλότερη της τιμής των υποβρυχίων της αρχικής σύμβασης του 2000 και κινείται μέσα στο εύρος τιμών που είχε προσδιορίσει ως αποδεκτό και επωφελές το ίδιο το ΓΕΝ σε συνεργασία με την ΓΔΑΕ πριν την έναρξη των διαπραγματεύσεων για την συμβιβαστική ρύθμιση των διαφορών που είχαν προκύψει με την καταγγελία των συμβάσεων εκ μέρους της γερμανικής πλευράς τον Σεπτέμβριο του 2009 -διαφορών που εκκρεμούσαν στην κρίση του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου.

Είναι συνεπώς τουλάχιστον παράδοξο να γίνεται συζήτηση για τη μόνη σύμβαση αμυντικού υλικού που συνήφθη με απόλυτη διοικητική και κοινοβουλευτική διαφάνεια, τη μόνη σύμβαση που κυρώθηκε από τη Βουλή προκαταβολικά προκειμένου να δοθεί η εντολή στους αρμόδιους υπουργούς να την υπογράψουν, μία σύμβαση που συνήφθη για να διασωθούν δύο ολόκληρα δισεκατομμύρια ευρώ που είχε καταβάλει το ελληνικό κράτος χωρίς να έχει παραλάβει τίποτα στα χέρια του, μία σύμβαση που συνήφθη για να διασωθεί η μεγαλύτερη ναυπηγική βιομηχανία της χώρας μαζί με χιλιάδες θέσεις εργασίας. Τέλος, μία σύμβαση που επιβάλλει πρωτοφανείς εγγυήσεις διαφάνειας και αποβάλλει την Ferrostaal που βαρύνεται με όλα όσα διερευνώνται από την γερμανική και την ελληνική δικαιοσύνη και το ΣΔΟΕ.

Η Ελλάδα την περίοδο αυτή, εν μέσω της οικονομικής κρίσης, διαπραγματεύεται κατ' ανάγκη ορισμένες σημαντικές συμφωνίες εξοπλιστικών προγραμμάτων, για τις οποίες είχε δεσμευθεί η προηγούμενη κυβέρνηση. Ο χρόνος είναι συνεπώς εξαιρετικά ύποπτος και τίποτα που μπορεί να σχετίζεται, άμεσα ή έμμεσα, με τα ζητήματα αυτά, συμπεριλαμβανομένων και διαφόρων δημοσιευμάτων, δεν θεωρείται από την Κυβέρνηση τυχαίο, έως ότου διερευνηθεί σε βάθος".