Την ικανοποίησή του για την εκλογή του αγωγού ΤΑΡ από την κοινοπραξία Shah Deniz II εξέφρασε ο Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Εξωτερικών Ευάγγελος Βενιζέλος, ο οποίος απέδωσε εύσημα στον πρώην υπουργό Εξωτερικών Δημήτρη Αβραμόπουλο  για τον χειρισμό του στις διαπραγματεύσεις.

Σύμφωνα με τον κ. Βενιζέλο, η επιλογή του αγωγού TAP για τη σύνδεση της Κασπίας με την Ευρώπη είναι μία εξαιρετικά θετική εξέλιξη όχι μόνο για την ενεργειακή αλλά και για την εξωτερική πολιτική της Ελλάδας. Γιατί ο αγωγός αυτός  λειτουργεί ως ένας πρόσθετος παράγοντας σταθερότητας και ασφάλειας στην ευρύτερη περιοχή μας και νομίζω ότι τονώνει και τις ελληνοτουρκικές και τις ελληνοαλβανικές σχέσεις. Και αναδεικνύει το ρόλο της Ελλάδας, γεωγραφικό και πολιτικό, σε όλη την Νοτιοανατολική Ευρώπη και ιδίως στα Δυτικά Βαλκάνια.

«Βεβαίως, η οικονομική διάσταση είναι πάρα πολύ σημαντική. Γιατί έχουμε μία μεγάλη άμεση ξένη επένδυση, πέφτουν χρήματα στη χώρα, δημιουργούνται θέσεις εργασίας, δημιουργούνται παράπλευρες ευκαιρίες. Kαι βεβαίως, μας παρέχεται πολύ μεγαλύτερη ενεργειακή ασφάλεια γιατί έχουμε και νέες πηγές τροφοδοσίας και έχουμε και έναν άλλο δρόμο διέλευσης φυσικού αερίου.

Άρα τα οφέλη είναι πολλαπλά και είναι πραγματικά μία ψήφος εμπιστοσύνης που έχει δοθεί αυτή τη στιγμή στην ελληνική πραγματική οικονομία. Οι θυσίες των Ελλήνων είναι πολλές, η κρίση βαθειά, ταλαιπωρούμαστε με έξι χρόνια ύφεσης και τρία χρόνια μέτρων πολύ σκληρών για τον ελληνικό λαό και τώρα αρχίζει να φαίνεται κάτι στον ορίζοντα. Και αυτό το κάτι είναι σημαντικό. Αντιστοιχεί στα μεγέθη που έχει πράγματι η Ελλάδα στην ευρύτερη περιοχή αλλά θα έλεγα και γενικότερα στην Ευρώπη» δήλωσε ο κ. Βενιζέλος.

Μάλιστα τόνισε ότι «ο ρόλος του Υπουργείου Εξωτερικών σε αυτή την προσπάθεια ήταν, όλη αυτή την περίοδο, καθοριστικός και χαίρομαι γιατί υπάρχουν καρποί».

Σε ερώτηση δημοσιογράφου, εάν αυτή η απόφαση μετράει και ψυχολογικά για την οικονομία, ο κ. Βενιζέλος απάντησε καταφατικά, λέγοντας πως «έχει λοιπόν πολύ μεγάλη σημασία να δέχεται ο ελληνικός λαός μηνύματα αισιοδοξίας και κινήσεις ενθάρρυνσης. Εδώ, όμως, δεν μιλάμε για λόγια, εδώ μιλάμε για χρήματα που επενδύονται. Και μάλιστα η Ελλάδα απλώς αποδέχεται τα οφέλη, δεν δαπανά δικά της κονδύλια, δεν κάνουμε μία δική μας δημόσια επένδυση. Μιλάμε για μία μεγάλη διεθνή ιδιωτική επένδυση από την οποία επωφελείται η Ελλάδα και επωφελείται οικονομικά και πολιτικά».