Στη Βουλή έφερε το ζήτημα για το λουκέτο στη Nutriart ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξης Τσίπρας ο οποίος μαζί με ακόμη εννέα βουλευτές του κόμματος ζήτησε να μάθει σε ποιες ενέργειες θα προχωρήσει  κυβέρνηση προκειμένου να μείνει ανοιχτή η εταιρεία και να μην οδηγηθούν στο δρόμο 500 εργαζόμενοι.

Με ερώτησή του στους υπουργούς Εργασίας, Οικονομικών και Ανάπτυξης, ο κ. Τσίπρας έκανε διεξοδική αναφορά στο ιστορικό και αναφέρε συγκεκριμένα ότι «η ΚΑΤΣΕΛΗΣ ήταν κερδοφόρα έως το 2008, τότε που εξαγοράσθηκε επιθετικά και πέρασε στον έλεγχο του ομίλου Δαυίδ. Τότε που ενοποιήθηκε με την ΑΛΛΑΤΙΝΗ (άλευρα) και την ΠΛΑΖΑ (κατεψυγμένη ζύμη), κάτω από τη νέα εταιρεία NUTRIAT. Μόνο που η NUTRIAT "φορτώθηκε" και το δάνειο που είχε πάρει ο όμιλος Δαυίδ για την εξαγορά της ΚΑΤΣΕΛΗΣ, ύψους 50 εκατ. ευρώ. Ο κ. Δαυίδ, δηλαδή, εξαγόρασε με δική του μηδαμινή χρηματοοικονομική συμμετοχή την ΚΑΤΣΕΛΗΣ, με δάνεια τα οποία φόρτωσε στη νέα εταιρεία NUTRIAT. Ο δανεισμός της νέας εταιρείας έφτασε στα 120 εκατ. ευρώ».

Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ και οι βουλευτές καταγγέλλουν ότι «οι εκάστοτε διοικήσεις της εταιρείας, που ορίζονταν από τον κύριο μέτοχο, επέδειξαν χαρακτηριστική αδιαφορία στην υποστήριξη των λειτουργιών της εταιρείας και συντελέστηκε ένα όργιο κακοδιαχείρισης και σπατάλης», με αποτέλεσμα η εταιρεία να αντιμετωπίζει έντονα προβλήματα ρευστότητας τα τελευταία δύο χρόνια.

«Οι συζητήσεις και συμφωνίες με μια ομάδα 14 τραπεζών αποδείχθηκαν εξαιρετικά χρονοβόρες. Οι τράπεζες, που ανακεφαλαιώνονται με χρήματα του ελληνικού λαού -και στα ΔΣ τους συμμετέχουν ενίοτε και μέλη της οικογένειας του μεγαλομετόχου Δαυίδ, που πρόσφατα επιλέχτηκε ο ίδιος ως πρόεδρος της Eurobank- εμφανίζονται αδιάφορες μπροστά στο διαφαινόμενο αδιέξοδο της εταιρείας. Οι δύο χρηματοδοτήσεις που συμφωνούνται με τις τράπεζες, 8.923.000 ευρώ και 4.942.000 ευρώ, καθυστερούν να εκταμιευτούν και έτσι η έλλειψη ρευστότητας στραγγαλίζει την εταιρεία» αναφέρουν οι βουλευτές. Προσθέτουν, επίσης, ότι οι δύο πλευρές, οι τράπεζες και ο βασικός μέτοχος, έχουν κοινή ευθύνη για το σημερινό αδιέξοδο.

Επισημαίνουν, ταυτόχρονα, ότι η εταιρεία έχει μεγάλα περιθώρια ανάπτυξης και ότι οι εργαζόμενοι οδηγήθηκαν σε μεγάλες θυσίες τα τελευταία χρόνια για τη «βιωσιμότητα» και τα υπερκέρδη της επιχείρησης. Όπως επίσης τονίζουν, ο βασικός μέτοχος και η διοίκηση δεν υποστήριξαν την ανάπτυξη της εταιρείας και η χρονική επιλογή της κατάθεσης της αίτησης πτώχευσης, τώρα που υπάρχουν σημαντικά σημάδια ανάκαμψης των πωλήσεων, από την ίδια την εταιρεία -και όχι από τους πιστωτές της- δημιουργεί πολλά ερωτηματικά.

Οι κυβερνήσεις της τελευταίας πενταετίας έχουν μεγάλες πολιτικές ευθύνες γιατί άφησαν βορά των επιχειρηματικών σκοπιμοτήτων μια εταιρεία η οποία, ειδικά σε συνθήκες που ο λαός δοκιμάζεται σκληρά, μπορεί να προσφέρει, εξυπηρετώντας στοιχειώδεις ανάγκες διατροφής και επιβίωσής του, αναφέρεται στην ερώτηση.