Γράφει ο Ιωάννης Μαρτέλλος

«Περιττές διαδικασίες». Με τη φράση αυτή σκληρός «καραμανλικός» βουλευτής πήγαινε χθες το πρωί στην κάλπη για να ψηφίσει τη νέα Εκτελεστική Γραμματεία της ΝΔ. Μόλις πριν λίγα λεπτά, είχε ανακηρυχθεί ο νέος γραμματέας του κόμματος, χωρίς εκλογές.

Με επίκληση διατάξεως του ανανεωμένου καταστατικού, τα ηνία του κόμματος έλαβε ο Ανδρέας Παπαμιμίκος, που δεν είχε άλλον αντίπαλο. Το γεγονός ότι δεν στήθηκαν κάλπες, αποδυναμώνει εξ αρχής το νέο γραμματέα που δεν έχει τη νομιμοποίηση της Πολιτικής Επιτροπής της ΝΔ.

Ο Αντώνης Σαμαράς έδειξε ότι τον εμπιστεύεται, αλλά άσκησε κριτική σε όσους τις τελευταίες ημέρες διατύπωσαν ευθαρσώς τις απόψεις τους, διαχωρίζοντας τη θέση τους από τη στρατηγική της ηγεσίας. Ο Μάκης Βορίδης ήταν εκεί, όπως και οι Νικήτας Κακλαμάνης και Γιώργος Βλάχος, αλλά απουσίαζε ο απρόβλεπτος Βύρων Πολύδωρας.

Ο Πρωθυπουργός, εν τη απουσία του πρώην Πρωθυπουργού και επί 13 έτη προέδρου του κόμματος Κώστα Καραμανλή, έδειξε άγχος, μόλις μια εβδομάδα μετά το συνέδριο της ΝΔ, καθώς μια ψύχραιμη ανάλυση, φωτίζει την κινούμενη άμμο που υπάρχει στο εσωτερικό του κόμματος.

Με βάση τα σημερινά δεδομένα, όπου αρχίζει σιγά-σιγά η κριτική να καταγράφεται, έστω και με χαμηλής έντασης παρεμβάσεις, η ηγεσία της ΝΔ αναζητεί έναν τρόπο να προσαρμοσθεί στα δεδομένα της νέας εποχής και υπάρχουν ερωτηματικά εάν θα μπορέσει. Για έναν περίεργο λόγο οι κατ' εξοχήν ενδιαφερόμενοι ­ ήτοι τα στελέχη που πλαισιώνουν τον Πρωθυπουργό ­ λακτίζουν τις πραγματικές ευκαιρίες να αρχίσει μια τέτοια συζήτηση.

Η «Νέα Ελλάδα» δεν ακούστηκε τόσο δυνατά όπως πριν μια εβδομάδα, καθώς υπήρξαν πολλές συζητήσεις και αντιδράσεις στο εσωτερικό του κόμματος. Ο Πρωθυπουργός απέφυγε τέτοιου είδους αναφορές, αν και η ομιλία του ήταν σε κομματικό ακροατήριο.

Για τους συνεργάτες του Αντ. Σαμαρά αυτή η διεργασία αφορά ολόκληρη τη ΝΔ και εν μέρει και τους όμορους χώρους. Θα ήταν μια επαρκής πολιτική βάση για να αρχίσει μια μετασυνεδριακή συζήτηση, αλλά λίγες ημέρες πριν υπονομεύθηκε από τους πλέον ένθερμους θιασώτες της αναζήτησης «νέων προσώπων και ιδεών». 

Όσο ικανός και οργανωτικός να είναι ο νέος γραμματέας, το γεγονός ότι δεν στήθηκαν κάλπες δεν συνιστά στην πράξη μια ένδειξη ότι κάτι αλλάζει επί της ουσίας στο κόμμα, όταν μάλιστα έχουν αρχίσει και οι υπόγειες διαμάχες για το ποιος ελέγχει πραγματικά τον κομματικό μηχανισμό.

Πολλά γεγονότα των τελευταίων ημερών λειτούργησαν «προβοκατόρικα» στην ίδια την ιδέα της ανανέωσης και άνοιξαν μια εσωστρεφή συζήτηση. Κακή εκτίμηση των συσχετισμών της νέας ΝΔ ή υπερβάλλουσα αυτοπεποίθηση; Κανείς δεν μπορεί να δώσει ουσιαστική απάντηση.

Πάντως η ευκαιρία που είχε η πλευρά Σαμαρά να ανοίξει τον εσωτερικό διάλογο για την ανανέωση υποχωρεί και μένει να φανεί στην πράξη και στα νέα όργανα ποια πρόσωπα θα κληθούν να εκτελέσουν το σχέδιο για τη Νέα Ελλάδα.

Και αυτό διότι, ακόμα και η ανακήρυξη του απερχόμενου γραμματέα της ΝΔ Μανώλη Κεφαλογιάννη ως επικεφαλή του εκλογικού αγώνα για τις ευρωεκλογές και ως συμμετέχοντα στο ευρωψηφοδέλτιο, δεν ήχησε ευχάριστα στα αυτιά πολλών.

Από το Μέγαρο Μαξίμου, αγνοούν τις λίγες μέχρι στιγμής εσωκομματικές φωνές και μιλάνε για σταδιακή εκτόνωση με την κλασική επίκληση της «ενότητας» και του κομματικού πατριωτισμού, καθώς δεν θέλουν να χαθεί και το σχέδιο για διεύρυνση, στο οποίο πρωταγωνιστούν συγκεκριμένοι συνεργάτες του Πρωθυπουργού.

Το ερωτηματικό για το Μέγαρο Μαξίμου είναι ότι υπό ποιες συνθήκες θα χάσει τον έλεγχο της κατάστασης και μερικοί συνεργάτες του Αντ. Σαμαρά δεν θέλουν να δουν αυτό που ξέρουν καλά από την Αριστερά και το ονόμαζαν στο παλαιό ΚΚΕ «φραξιονισμό χωρίς αρχές». 

Γι’ αυτό και κλείνουν τα αυτιά στα λεγόμενα ορισμένων, όπως «ήλθαν οι ενοικιαστές να διώξουν τους ιδιοκτήτες» ή η παροιμία «οι μούτσοι που 'γιναν... καπεταναίοι» που απηχεί τα συναισθήματα αρκετών στη ΝΔ που δεν συνδράμουν στο έργο της νέας ηγεσίας.

Το κρίσιμο για τον Αντ. Σαμαρά, πέρα από την εσωκομματική καμαρίλα που αναβιώνει στην κεντροδεξιά, είναι κατά πόσο θα μπορέσει να κάνει την υπέρβαση και να ξαναβρεί η ΝΔ την επαφή της με την πολιτική που επαγγέλλεται και τα κοινωνικά στρώματα που τη στήριζαν και τα οποία χάθηκαν σταδιακά στις τελευταίες τρεις εκλογικές αναμετρήσεις.