Γράφει ο Βαγγέλης Βιτζηλαίος

Τα 59 χρόνια ζωής συμπληρώνει σήμερα η γερμανίδα καγκελάριος έχοντας καταγράψει μία συνεχή και εντυπωσιακή ανοδική πορεία στη ζωή της.

Από την Πολιτοφυλακή της Ανατολικής Γερμανίας, η σκληρή Άνγκελα Μέρκελ κατάφερε, με όπλο τον κυνισμό της να κατακτήσει την κορυφή και να γίνει ο εφιάλτης εκατομμυρίων ευρωπαίων πολιτών και κυρίως «κόκκινο πανί» για τους Έλληνες.

Η Άνγκελα Δωροθέα Κάσνερ κόρη του λουθηρανού πάστορα, Χορστ Κάσνερ και της δασκάλας Χέρλιντ Κάσνερ, γεννήθηκε στο Αμβούργο, όμως σε ηλικία δύο μηνών μετακόμισε με την οικογένειά της στο Τεμπλίν, μία μικρή πόλη της Ανατολικής Γερμανίας. Από μικρή έδειξε ότι είχε κλίση στα μαθηματικά, στις επιστήμες και στις ξένες γλώσσες.

Ήταν μέλος της επίσημης νεολαίας του σοσιαλιστικού κόμματος, της Ελεύθερης Γερμανικής Νεολαίας (FDJ), όμως πρόσφατα βρέθηκε σε θέση άμυνας μετά την κυκλοφορία βιβλίου των δημοσιογράφων Γκίντερ Λάχμαν από την Die Welt και Ραλφ Γκέοργκ Ρόιτ από την Bild, στο οποίο περιγράφεται ότι υπήρξε γραμματέας προπαγάνδας της νεολαίας στην Ακαδημία Φυσικών Επιστημών του Βερολίνου. Εκείνη φυσικά αρνήθηκε κάτι τέτοιο επισημαίνοντας ότι «τα 35 χρόνια που έζησα στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας είναι κομμάτι από τη ζωή μου».

Απέκτησε διδακτορικό στη Φυσική (1986) από το Πανεπιστήμιο της Λειψίας.

Νωρίτερα, το 1977 παντρεύτηκε τον συμφοιτητή της Ούλριχ Μέρκελ, με τον γάμο να διαρκεί μόλις πέντε χρόνια. Αργότερα δούλεψε ως χημικός στο Κεντρικό Ινστιτούτο Φυσικής Χημείας (ZIPC) στο Ανατολικό Βερολίνο (1978-1990) όπου γνώρισε τον χημικό Γιοαχίμ Σάουερ, τον οποίο παντρεύτηκε στις 30 Δεκεμβρίου 1998. Ως νεαρή, πάντως, η Άνγκελα Μέρκελ, εκτός του ότι έχει υπάρξει μέλος της Πολιτοφυλακής της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας (σε ηλικία 17 ετών) έχει δουλέψει και σε μπαρ.

Η ενασχόλησή της με την πολιτική άργησε σχετικά, όμως όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Σε ηλικία 36 ετών συμμετείχε στις δραστηριότητες του δημοκρατικού κινήματος του 1989, της «Δημοκρατικής Αφύπνισης» (Demokratischen Aufbruch). Μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου ορίστηκε ως εκπρόσωπος της κυβέρνησης και αφού είχαν προηγηθεί οι πρώτες δημοκρατικές εκλογές.

Εντάχθηκε στο CDU δύο μήνες πριν από την επανένωση της Γερμανίας και μέσα σε τρεις μήνες μπήκε στην κυβέρνηση του Χέλμουτ Κολ, ώς υπουργός Γυναικείων Υποθέσεων και Νεολαίας, ενώ στη συνέχεια διετέλεσε και υπουργός Περιβάλλοντος.

Η πορεία της μέσα στο κόμμα ήταν συνεχώς ανοδική. Το 1998, μετά την εκλογική ήττα του μέντορά της έγινε γενική γραμματέας του CDU. Το 2000 ανήλθε στην ηγεσία του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος, «αδειάζοντας» ουσιαστικά τον Κολ, ο οποίος ήταν στο μάτι του κυκλώνα σκανδάλου παράνομων κομματικών δωρεών.

Tο 2002 έχασε στις εκλογές, όμως το 2005 έγινε η πρώτη γυναίκα καγκελάριος, όπως και ο πρώτος πολίτης από την Ανατολική Γερμανία που ηγείται της ενωμένης χώρας. Τον Σεπτέμβριο θα διεκδικήσει την τρίτη συνεχόμενη θητεία στην Καγκελαρία, με τον μόνο «πονοκέφαλό» της να είναι η εξασφάιση αυτοδυναμίας.

Ο κυνισμός την ανέβασε στην κορυφή

Το «άγαρμπο» κορίτσι από την Ανατολική Γερμανία κατάφερε σκαλί-σκαλί να ανέβει προς την κορυφή, επιδεικνύοντας τον γνωστό κυνισμό της για να πετύχει τους στόχους της. «Το κοριτσάκι του Κολ» δεν δίστασε να τον περιθωριοποιήσει ώστε να αναλάβει την ηγεσία του CDU. Η ίδια επέδειξε τον ίδιο κυνισμό και στην εξωτερική της πολιτική, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αφού φάνηκε πως εκμεταλλεύθηκε την κρίση στην ευρωζώνη, ώστε να επιβάλει την άτυπη ηγεμονία της.

Η Μέρκελ με την ωμή realpolitik που ακολούθησε, εκμεταλλεύθηκε τις παθογένειες του ευρωπαϊκού οικοδομήματος -και τις ενίσχυσε με τις πολιτικές της- καθώς και την έλλειψη ηγετών που θα μπορούσαν να δράσουν ως αντίπαλον δέος και απέκτησε την πρωτοκαθεδρία.

Η ανάδειξή της από το περιοδικό Forbes, ως ισχυρότερη γυναίκα στον κόσμο, για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, σίγουρα λέει πολλά. Η συντηρητική ηγέτιδα της Γερμανίας, ως μια εκμοντερνισμένη μετενσάρκωση της Μάργκαρετ Θάτσερ, έχει καταφέρει να εγκαταστήσει το μοντέλο της λιτότητας και της δρακοντειας δημοσιονομικής πειθαρχίας στην Ευρώπη, μετατρέποντάς την σε ένα μόρφωμα δύο ταχυτήτων, όχι ισάξιων εταίρων, αλλά εξουσιαστών και εξουσιαζομένων.

Η γερμανίδα καγκελάριος είναι βέβαιο ότι θα καταγραφεί από τον ιστορικό του μέλλοντος για την επιρροή που άσκησε στην Ε.Ε. καθώς και για την επιβολή ενός ακραίου μοντέλου οικονομικού νεοφιλελευθερισμού.

Ουσιαστικά, αυτή τη στιγμή, ο μόνος αντιίπαλος της Μέρκελ είναι ο ίδιος ο εαυτός της, δηλαδή οι συνέπειες των πολιτικών που επιβάλλει εκτός Γερμανίας. Ας ελπίσουμε ότι η ιστορία θα επαναληφθεί όπως και στην περίπτωση της «Σιδηράς Κυρίας» Θάτσερ, που ξεπέρασε τα όρια και το πλήρωσε. Ειδάλλως, σε μερικά χρόνια, τα πράγματα θα είναι πολύ διαφορετικά τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην Ευρώπη.