Γράφει ο Ιωάννης Μαρτέλλος

Θα είναι το φθινόπωρο που θα γραφτεί ξανά η ιστορία του πολιτικού συστήματος; Η Ελλάδα αποτελεί για περίπου τρία χρόνια την αιχμή της κρίσης χρέους στην ευρωζώνη. Η χώρα μέχρι στιγμής δεν έχει μπει σε σταθερή τροχιά και το μόνο που αποδεικνύεται συνεχώς είναι ότι η πίεση της τρόικας θα αυξάνεται διαρκώς.

Η  έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και η νέα κεραμίδα κατακαλόκαιρο για την παράταση της ισχύος της έκτακτης εισφοράς έως το 2016 δημιουργεί νέα δεδομένα. Η εισφορά αποδεικνύεται ότι μόνο έκτακτη δεν ήταν, ενώ και μόνο η απαίτηση για ψήφιση του συγκεκριμένου μέτρου έως τον προσεχή Νοέμβριο, είναι ικανή από μόνη της να προκαλέσει ντόμινο πολιτικών εξελίξεων.

Και αυτό διότι, η επέκταση του χρόνου ισχύος της εισφοράς, είναι από μόνη της ένα νέο, βαρύτατο για πολλούς μέτρο, και αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με ότι έλεγαν επί μεγάλο χρονικό διάστημα, μια σειρά από κυβερνητικά στελέχη, τόσο της ΝΔ, όσο και του ΠΑΣΟΚ, πως δεν θα υπάρξουν πρόσθετα μέτρα λιτότητας και περικοπές.

Είναι σαφές, ότι παρά τις επικοινωνιακές ενέσεις (επίσκεψη του Ιταλού Πρωθυπουργού Λέτα στην Αθήνα, προ ημερών επισκέψεις στην Ελλάδα άλλων πολιτικών ηγετών και συνάντηση του Αντώνη Σαμαρά με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα) οι περιπλοκές ασφαλώς δεν έχουν εκλείψει. Παράλληλα, το μεγάλο πρόβλημα για την δικομματική κυβέρνηση είναι ότι διαψεύδεται-όπως φαίνεται η προσδοκία τους- πως στο εξής η Ελλάδα δεν θα μείνει και χωρίς βοήθειες.

Σε αυτές τις συνθήκες ύφεσης και της πολιτικής, δεν είναι σίγουρο ότι το πολιτικό σύστημα θα καταφέρει να επιβιώσει. Και αυτό, διότι το πολιτικό προσωπικό μοιάζει ανεπανόρθωτα φθαρμένο, σε σημείο να μην αποκλείονται «ανθρωποθυσίες» ακόμη και στα υψηλότερα κλιμάκια, ενώ τα περισσότερα κόμματα είναι εσωτερικά διχασμένα και η κοινωνία κοχλάζει μεταξύ σύγχυσης και απόγνωσης.

Η ρευστοποίηση του πολιτικού περιβάλλοντος είναι τέτοια ώστε τίποτε δεν στέκεται εμπόδιο στις διασπάσεις και στις επανασυγκολλήσεις των κομμάτων, καθώς επί τρία χρόνια όλη η αντιπαράθεση οικοδομήθηκε όχι σε ιδεολογίες αλλά στο δίλημμα μνημόνιο - αντιμνημόνιο.

Η επόμενη περίοδος εκτιμάται ότι δεν θα είναι περίπατος για τους Αντώνη Σαμαρά και Ευάγγελο Βενιζέλο, καθώς θα χρειαστεί να γίνουν συμβιβασμοί και να λειανθούν γωνίες. Οι βουλευτές βλέποντας τι γίνεται στην κοινωνία και την πίεση που ασκείται από τους πολίτες δεν φαίνονται διατεθειμένοι να στηρίξουν και πάλι μια σκληρή μνημονιακή πολιτική.

Το μόνο που σώζει μέχρι στιγμής τη ΝΔ κυρίως είναι ότι στο αντιμνημονιακό μέτωπο συσσωρεύονται μεγάλα αδιέξοδα που κάνουν άδηλο το μέλλον: ετερόκλητες δυνάμεις, χωρίς πειστική εναλλακτική πρόταση για την έξοδο από την κρίση.

Τόσο ο Πρωθυπουργός, όσο και ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ κατανοούν ότι το δεύτερο εξάμηνο του 2013 θα είναι ίσως η δυσκολότερη περίοδος τόσο για την κυβέρνηση όσο και για τους πολίτες, οι οποίοι θα υποστούν και πάλι αρκετά βάρη, ενώ ακόμα δεν έχει αρχίσει η περίφημη στροφή στην οικονομία, με την αύξηση της ρευστότητας, την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, τις ιδιωτικοποιήσεις, τη δημιουργία πρωτογενών πλεονασμάτων.

Το φως στο τούνελ δεν φαίνεται και η περίοδος κοινωνικής ηρεμίας λέγεται ότι τελειώνει, ενώ είναι εμφανές πως η προοπτική αναθέρμανσης της οικονομίας θα κινείται στο ίδιο τεντωμένο σκοινί με την εξάντληση της ανοχής των πολιτών.

Σε αυτό το τοπίο, ο τρόπος είναι η προοπτική λήψης νέων μέτρων, μέσω του μηχανισμού αυτόματης προσαρμογής. Ο μηχανισμός κρέμεται σαν δαμόκλειος σπάθη πάνω από την κυβέρνηση απειλώντας να εξαγριώσει τους νοικοκυραίους και να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις.

Πολιτικοί αναλυτές μιλούν ήδη για ενίσχυση της αποχής και των αποστάσεων παραδοσιακών ψηφοφόρων από την πολιτική που θα καταλήξουν σε χαοτικά φαινόμενα και όχι σε πολιτικές επιλογές. Η περίοδος που θα ξεκινήσει μετά τον Δεκαπενταύγουστο θα είναι η πιο δύσκολη από τη μεταπολίτευση, καθώς θα κριθούν πολλά σε όλα τα επίπεδα.