Απαράδεκτη καθυστέρηση, προχειρότητα και επιπολαιότητα καταλογίζει ο ΣΥΡΙΖΑ στο υπουργείο Παιδείας ενόψει της έναρξης του νέου σχολικού έτους. Το αλαλούμ που θα κυριαρχήσει από το Σεπτέμβρη στα σχολεία θα είναι το αναπόφευκτο επιστέγασμα της πολιτικής του υπουργείου, προειδοποιεί.

Όπως καταγγέλλει το τμήμα Παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ σε λιγότερο από ένα μήνα ξεκινά το νέο σχολικό έτος, το υπουργείο δεν έχει καταλήξει σχετικά με τα νέα ωρολόγια προγράμματα και τη δομή του Γυμνασίου, του Γενικού Λυκείου και του Τεχνολογικού Λυκείου που θα ισχύσουν από τον επόμενο Σεπτέμβρη. «Αντιμετωπίζει έτσι με απαράδεκτη καθυστέρηση, ασύγγνωστη επιπολαιότητα και ανήκουστη προχειρότητα ένα από τα πιο σοβαρά ζητήματα της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης».

Σύμφωνα με τον ΣΥΡΙΖΑ, «τα "ανεπίσημα"και ανυπόγραφα σχέδια που διέρρευσαν το τελευταίο διάστημα, επιτείνουν τη σύγχυση και παρατείνουν την αβεβαιότητα».

«Χιλιάδες εκπαιδευτικοί βλέπουν με απόγνωση το ωρολόγιο πρόγραμμα των μαθημάτων να μετατρέπεται σε "φονικό" εργαλείο που δημιουργεί τεχνητά πλεονάσματα και οδηγεί σε απολύσεις εκπαιδευτικών συγκεκριμένων ειδικοτήτων, μέσα σε ένα όργιο αυθαιρεσίας, κυνισμού και αναλγησίας», τονίζεται χαρακτηριστικά και «για μια ακόμη φορά η παιδαγωγική δεοντολογία πολτοποιείται προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι γενικότερες αντιλαϊκές επιδιώξεις της πολιτικής της κυβέρνησης και της τρόικας. Θύμα της αυτή τη φορά και η πολύπλευρη μόρφωση και η ανθρωπιστική καλλιέργεια των παιδιών, που δοκιμάζεται τόσο από την τρέχουσα "αγοραία", τεχνοκρατική εκπαιδευτική πολιτική όσο και από τη γενικότερη "λογιστική" αντίληψη των μνημονιακών πολιτικών».

Όπως επίσης εκτιμά, η ένταση των εξεταστικών φραγμών στο Λύκειο και η διατήρηση του διπλού εκπαιδευτικού δικτύου (με τη διάκριση ανάμεσα σε γενικό και τεχνολογικό Λύκειο), όπως προκύπτει από τα ανεπίσημα κείμενα, είναι παράγοντες που θα ενισχύσουν τη στροφή προς τα φροντιστήρια, τις ταξικές διακρίσεις και τις μορφωτικές ανισότητες στην εκπαίδευση.

Επισημαίνεται, τέλος, η απαράδεκτη -όπως χαρακτηρίζεται- πρακτική πριν ακόμη θεσμοθετηθούν οι αναγκαίες ρυθμίσεις, να προωθείται άτυπα και παράνομα η εφαρμογή τους μέσα από το διοικητικό μηχανισμό του εκπαιδευτικού συστήματος.