Η φημολογούμενη παραίτηση των βουλευτών της Χρυσής Αυγής θα προκαλέσει πολιτική «ανωμαλία» και εκλογές

Η φημολογούμενη παραίτηση των βουλευτών της Χρυσής Αυγής θα προκαλέσει πολιτική «ανωμαλία» και εκλογές

Ρεπορτάζ : Τιτίκα Ανουσάκη - Ντίνα Καραμάνου

Φήμες που τις τελευταίες ώρες κυκλοφορούν στα δημοσιογραφικά γραφεία και κάνουν λόγο για παραίτηση σύσσωμης της κοινοβουλευτικής ομάδας της Χρυσής Αυγής δημιουργούν σκηνικό πολιτικής ανωμαλίας και ενδεχόμενες πρόωρες εκλογές.

Στην ηγεσία της Χρυσής Αυγής προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις πιέσεις που δέχονται από την έρευνα της Δικαιοσύνης για τη δολοφονία του 34χρονου Παύλου Φύσσα, τις κατηγορίες για σύσταση εγκληματικής οργάνωσης αλλά και από το πολιτικό σύστημα, μελετούν πολλαπλά σενάρια αντίδρασης με ένα από αυτά να είναι η σύσσωμη παραίτηση όλων των βουλευτών του κόμματος σε όλες τις εκλογικές περιφέρειες όπου το κόμμα έχει λάβει έδρες κατά τις τελευταίες εκλογές του Ιουνίου του 2012 αλλά και όλων των αναπληρωματικών αυτών.

Το σενάριο που εξετάζουν στο κόμμα του Νίκου Μιχαλολιάκου ενέχει σοβαρούς κινδύνους σε θεσμικό επίπεδο. Συγκεκριμένα αυτό που σκέφτονται στη Χρυσή Αυγή να παραιτηθούν ομαδικά,  θα προκαλέσει πρόωρες εκλογές στις περιφέρειες που εκλέγονται, οι οποίες σημειωτέον είναι από τις μεγαλύτερες της χώρας αλλά και σε εθνικό επίπεδο για την εκλογή του ενός βουλευτή επικρατείας που έχει εκλέξει η Χρυσή Αυγή αν και για το τελευταίο υπάρχει συνταγματικό κενό και επιδέχεται ερμηνειών.

Μια τέτοια εξέλιξη συνιστά μια πραγματική πράξη αποσταθεροποίησης που θα οδηγήσει σε πολιτική ανωμαλία και θα βάλει τη χώρα σε περιπέτειες.

Αν οι βουλευτές της Χρυσής Αυγής παραιτηθούν, όπως και οι αντικαταστάτες τους, η διαδικασία θα καταστεί στην συνέχεια ανεξέλεγκτη.

Από την άλλη μεριά ανοίγει το κουτί της Πανδώρας για την μετέπειτα πολιτική πορεία του τόπου. Δηλαδή, κάθε κόμμα θα εκβιάζει την κυβέρνηση με παραίτηση των βουλευτών του και θα οδηγεί τη χώρα όποτε εκείνο θέλει στις εκλογές και όχι όπως προβλέπεται θεσμικά από το Σύνταγμα.

Αν παραιτηθούν όλοι οι βουλευτές ενός κόμματος ακόμα και οι επιλαχόντες, τότε διεξάγεται επαναληπτική ψηφοφορία μόνο για τις κενές έδρες στις εκλογικές περιφέρειες. Το θέμα είναι τότε τι κάνει το κυβερνών κόμμα.

Όπως συνέβη το 1992 με την κενή έδρα του Δ. Τσοβόλα (την έχασε στο Ειδικό Δικαστήριο), η ΝΔ δήλωσε ότι αυτή η έδρα ανήκει στο ΠΑΣΟΚ και δεν πρόκειται εκείνη να μετάσχει στις εκλογές. Τότε, θυμίζουμε, στις εκλογές στη Β Αθηνών για την έδρα «Τσοβόλα» το ΠΑΣΟΚ κατέβασε τον Γ. Αλ. Μαγκάκη ο οποίος και κέρδισε. Όμως, τότε είχε διεκδικήσει τις εκλογές και ο Βασίλης Λεβέντης.

Η στάση των κομμάτων που καταδικάζουν τη Χρυσή Αυγή θα είναι καθοριστική σε μια τέτοια εξέλιξη, θα δημιουργήσουν μέτωπο και θα απαξιώσουν τη διαδικασία με τη μη συμμετοχή τους σε τέτοιες πρωτοβουλίες ή θα μπουν στον πειρασμό να συμμετέχουν και να χρησιμοποιήσουν το εκλογικό αποτέλεσμα ως μοχλό ανατροπής της κυβέρνησης;

Αν συμβεί το πρώτο θα δοθεί ένα ξεκάθαρο μήνυμα στα σενάρια αποσταθεροποίησης, αν επιλέξουν το δεύτερο θα έχουν ρίξει νερό στο μύλο της Χρυσής Αυγής…  

Τι προβλέπει το Σύνταγμα

Η παραίτηση όλων των βουλευτών θα οδηγήσει όπως προβλέπεται από το Σύνταγμα σε επαναληπτικές εκλογές μόνο στις περιφέρειες όπου το κόμμα έχει εκλέξει βουλευτή. Εν προκειμένω η Χρυσή Αυγή εκλέγει βουλευτές σε 15 από τις 56 εκλογικές περιφέρειες της χώρας που πρόκειται στην πλειοψηφία τους και για τις μεγαλύτερες.

Στην περίπτωση που παραιτηθεί και ο βουλευτής Επικρατείας και οι αναπληρωματικοί του τότε θα προκηρυχθούν και αναπληρωματικές εκλογές σε όλη την Επικράτεια χωρίς όμως σταυρό προτίμησης, ψηφίζοντας μόνο κόμμα.

«Κλειδί» στο που θα οδηγήσει ένα τέτοιο ενδεχόμενο είναι η στάση των υπολοίπων κομμάτων. Σύμφωνα με τον Κ. Χρυσόγονο καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου ο οποίος μίλησε στο newpost στις αναπληρωματικές εκλογές έχουν δικαίωμα συμμετοχής όλα τα κόμματα και αυτά που είναι εντός κοινοβουλίου αλλά και τα εκτός. Τα κόμματα όμως έχουν το δικαίωμα να μην συμμετάσχουν στις αναπληρωματικές εκλογές ώστε αυτές να πραγματοποιηθούν μόνο με τα ψηφοδέλτια της Χρυσής Αυγής.

Με αυτόν τον τρόπο θα στείλουν ξεκάθαρο μήνυμα μη νομιμοποίησής της ενώ θα «αφήσουν» στους πολίτες την επιλογή...

Η συμμετοχή ή μη των πολιτικών κομμάτων σε αυτή την προβλεπόμενη από το Σύνταγμα διαδικασία προφανώς και θα αποτελέσει το κομβικό σημείο των εξελίξεων καθώς με τον τρόπο αυτό θα μπορούσε να αποφευχθεί με ομαλό τρόπο οποιαδήποτε προσπάθεια αποσταθεροποίσης της πολιτικής ζωής του τόπου.

Υπενθυμίζεται πως ένα τέτοιο σενάριο είχε προτείνει και ο Πάνος Καμμένος πέρυσι τον Οκτώβριο στον Αλέξη Τσίπρα προκειμένου να προκληθούν πρόωρες εκλογές για να μην ψηφιστούν τα νέα μέτρα από τη Βουλή.

Η Ελλάδα το έχει ξαναζήσει

Σε μία μόνο εκλογική περιφέρεια, στη μεγαλύτερη, όμως της χώρας, το 1992 έγιναν επαναληπτικές εκλογές για μία βουλευτική έδρα: αυτή του Δημήτρη Τσοβόλα στη Β' Αθηνών.

Κι ήταν αυτή η εκλογική διαδικασία για μία μόνο έδρα που κατάφερε, πάντως, να φέρει τα πάνω - κάτω στον πολιτικό χάρτη και να αναδείξει ένα κόμμα και έναν πολιτικό αρχηγό: Τον Βασίλη Λεβέντη με την «Ένωση Κεντρώων».

Η καταδίκη του Δημήτρη Τσοβόλα από το Ειδικό Δικαστήριο για το σκάνδαλο Κοσκωτά, προκάλεσε αναστάτωση στην πολιτική ζωή και «άνοιξε» της κάλπες.

Πέραν της ποινής των δυόμιση ετών, στον τότε βουλευτή επιβλήθηκε στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων: του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι. Αυτομάτως εξέπεσε της βουλευτικής του ιδιότητας και η έδρα ορφάνεψε.

Σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την, κατά τη γνώμη τους, άδικη δίκη και καταδίκη του Τσοβόλα, οι επιλαχόντες του ΠΑΣΟΚ, οι οποίοι κατά το Σύνταγμα της Ελλάδας θα λάμβαναν τη θέση του, αρνήθηκαν να ορκιστούν βουλευτές μέχρις εξαντλήσεως του αριθμού τους.

Έπρεπε να γίνουν επαναληπτικές εκλογές. Κι έπρεπε οι ηγεσίες των κομμάτων να τις διαχειριστούν πολιτικά και επικοινωνιακά χωρίς να κινδυνέψουν να παρασυρθούν από το έντονα διχαστικό κλίμα της εποχής.

Καμία συμμετοχή από τα μεγάλα κόμματα

Οι εκλογές αυτές εξελίχθηκαν σε παιχνίδι για δύο αντιπάλους. Από τη μια το ΠΑΣΟΚ, αξιωματική αντιπολίτευση, που επαναδιεκδικούσε την έδρα.

Από την άλλη, ένα άγνωστο, τότε, κόμμα, με έναν ακόμη πιο άγνωστο αρχηγό: Η Ένωση Κεντρώων του Βασίλη Λεβέντη, που όχι μόνο δεν ήταν στη Βουλή, δεν ήταν καν στο πολιτικό προσκήνιο.

Τα υπόλοιπα κόμματα δεν συμμετείχαν.

Η μεν ΝΔ, επειδή είχε μια ισχνή πλειοψηφία μίας έδρας (μόλις 151 βουλευτές), διέβλεψε τον κίνδυνο να χρεωθεί την κατηγορία ότι επιδίδεται σε πολιτικές διώξεις προκειμένου να ενισχυθεί στο κοινοβούλιο, έτσι προτίμησε να μην διεκδικήσει την έδρα.

Από τις εκλογές αυτές απείχαν ακόμα το ΚΚΕ, ο Συνασπισμός και η Δημοκρατική Ανανέωση, του μετέπειτα Προέδρου της Δημοκρατίας Κωστή Στεφανόπουλου.

«Θρίαμβος» του Λεβέντη

Την έδρα τελικά κατέλαβε ο αείμνηστος Γεώργιος Αλέξανδρος Μαγκάκης, που έλαβε 397.721 ψήφους.

Όμως ο πραγματικός κερδισμένος ήταν ο Βασίλης Λεβέντης ο οποίος έλαβε περισσότερες ψήφους από όσες είχε λάβει στο σύνολο της Επικράτειας κατά τη διάρκεια της αμέσως προηγούμενης εκλογικής αναμέτρησης: 114.942 ψήφοι.

Το «πολιτικό »συμπέρασμα

Η εκλογική αυτή αναμέτρηση, όπως διαφαίνεται και από το αποτέλεσμα, αντιμετωπίστηκε από το εκλογικό σώμα ως μια «χαλαρή» διαδικασία στην οποία θα μπορούσε αναίμακτα, χωρίς ιδιαίτερες συνέπειες, να εκφράσει τη διαμαρτυρία του στην κάλπη.

Το κλίμα ήταν τεταμένο και οι ψηφοφόροι πραγματικά διχασμένοι αλλά και σοκαρισμένοι από τα όσα διαδραματίζονταν στην πολιτική ζωή του τόπου.

Έσπευσαν στην κάλπη να εκφράσουν τη διαμαρτυρία αυτή, όχι με «μαύρο» ή «λευκό» αλλά με ψήφο στον τότε άγνωστο Βασίλη Λεβέντη που αποδείχτηκε ο μόνος κερδισμένος από τη διαδικασία.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο