Παρά την επίτευξη των στόχων το πρόγραμμα έχει αγγίξει τα πολιτικά και οικονομικά όριά του

Παρά την επίτευξη των στόχων το πρόγραμμα έχει αγγίξει τα πολιτικά και οικονομικά όριά του

Του Χρήστου Χατζηεμμανουήλ*

Τα μέχρι τώρα στοιχεία δείχνουν ότι η εκτέλεση του προϋπολογισμού του 2013 προχωρά κατά τρόπο πολύ ικανοποιητικό. Το Μεσοπρόθεσμο εφαρμόζεται με αποφασιστικότητα και οι γενικοί στόχοι του για το τρέχον έτος επιτυγχάνονται με το παραπάνω. Και για πρώτη φορά η προθυμία της χώρας να υλοποιήσει τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει έναντι των εταίρων-δανειστών της, δεν τίθεται εν αμφιβόλω.

Παραμένει, εν τούτοις, αμφίβολη η ικανότητά της να συνεχίσει στον ίδιο δρόμο. Η διαφαινόμενη επίτευξη των φετεινών στόχων δεν σημαίνει κατά κανένα τρόπο ότι τα χρησιμοποιούμενα μέσα θα εξακολουθήσουν να αποδίδουν και στο μέλλον ή ότι μέσω αυτών μπορούμε να προσδοκούμε την έξοδο από την κρίση. Εκ των πραγμάτων, το ακολουθούμενο πρόγραμμα έχει αγγίξει το φυσικό του πολιτικό, αλλά κυρίως οικονομικό όριο.

Η εμπειρία από την εφαρμογή του προγράμματος ήταν αρνητική, καθώς η οικονομία οδηγήθηκε σε μία πρωτοφανή σε διάρκεια και βάθος ύφεση και ένα φαύλο κύκλο χρέους και αποπληθωρισμού. Εάν σε μία πρώτη φάση μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι αυτό δεν οφειλόταν στο ίδιο το πρόγραμμα, αλλά στη διστακτική, ανεπαρκή και ανειλικρινή εφαρμογή του από ελληνικής πλευράς, κάτι τέτοιο σίγουρα δεν ισχύει πλέον – τουλάχιστον, όχι σε βαθμό που να εξηγεί τα άλλως ανεξήγητα. Επιπροσθέτως, μια σειρά από πρόσφατες μελέτες και αναλύσεις, πολλές από τις οποίες έχουν συνταχθεί από επιστημονικά στελέχη του ίδιου του ΔΝΤ, θέτουν υπό αμφισβήτηση τις θεωρητικές υποθέσεις εργασίας του προγράμματος.

Κι ακόμη, μεταξύ του ΔΝΤ και διαφόρων Ευρωπαίων αξιωματούχων έχουν αναπτυχθεί ανοικτές αντιπαραθέσεις σε σχέση με τη διατηρησιμότητα του ελληνικού χρέους και την ανάγκη ή μη διαγραφής ενός μέρους του. Οι δημόσιες δηλώσεις και εκτιμήσεις των παραγόντων της Τρόικας αποκλίνουν ριζικά, το ίδιο και οι διαφαινόμενες στρατηγικές του κάθε πόλου της. Όλα αυτά υπονομεύουν πλήρως την αξιοπιστία του προγράμματος ως τέτοιου – δηλαδή, ως πυξίδας για την αποκατάσταση της δημοσιονομικής ισορροπίας, αλλά και την επανεκκίνηση της οικονομίας γενικότερα. Του αφαιρούν κάθε οικονομικό ή πολιτικό κύρος και εντείνουν την δυσπιστία των αγορών απέναντι στη χώρα μας. Ταυτόχρονα, αποξενώνουν την ελληνική κοινή γνώμη, που εκλαμβάνει την επιμονή των εταίρων μας σε αυστηρή εφαρμογή των όρων του ως αυθαίρετη ή και καθαρά τιμωρητική στάση.

Έτσι φθάνουμε στο παράδοξο σημείο, το πρόγραμμα να εμφανίζεται περισσότερο απονομιμοποιημένο από ποτέ, τη στιγμή ακριβώς που υλοποιείται με συστηματικότητα και κάποιοι από τους στόχους τους επιτυγχάνονται. Ποια ηθική και πολιτική νομιμοποίηση μπορεί να έχει το πρόγραμμα, εάν στερείται θεμελιώδους οικονομικής λογικής, εάν ούτε οι δανειστές δεν πιστεύουν ότι διασφαλίζει την καλή πορεία των πραγμάτων σε μακροχρόνια βάση;

Εάν κάποιοι δικαιολογούνταν στο παρελθόν να πιστεύουν ότι «η τρόικα μας σώζει από τον εαυτό μας», επειδή μας αναγκάζει να αντιμετωπίσουμε χρόνιες παθογένειες του κράτους και της οικονομίας, πλέον ο καθένας αντιλαμβάνεται ότι η θεραπεία αυτών των παθογενειών αποτελεί καθαρή ματαιοπονία, εάν κατά τα λοιπά η οικονομία και η κοινωνία «ερημοποιούνται» και η προσαρμογή τείνει να πάρει εν τέλει τη μορφή της ριζικής και οριστικής αποδοχής ενός πολύ χαμηλότερου επιπέδου απασχόλησης, ρευστότητας και ευμάρειας. Πόσω μάλλον, όταν κατά τα φαινόμενα ένα μεγάλο μέρος της πτώσεως του εισοδήματος και των εν γένει βιοτικών συνθηκών του ελληνικού λαού δεν εξηγείται από αντικειμενικούς παράγοντες, όπως οι περιορισμένες πραγματικές παραγωγικές μας δυνατότητες, αλλά από σχεδιαστικά σφάλματα και αγκυλώσεις του ιδίου του προγράμματος, όπως αυτό επιβάλλεται έξωθεν.

Ως εκ τούτου, οι Έλληνες επιδεικνύουν σε μεγάλο ποσοστό υπομονή και αποδέχονται μέχρι στιγμής, έστω και με σφιγμένα δόντια, τα αρνητικά για τους ίδιους μέτρα, παρ’ ότι αμφισβητούν τη γενική λογική τους, μόνο και μόνο διότι θεωρούν ότι η εφαρμογή τους είναι απαραίτητη προϋπόθεση για το επόμενο βήμα. Δεν τα αποδέχονται, δηλαδή, ως διαρκή και γενικώς αποδεκτή κατάσταση, αλλά υπό την αίρεση μιας γενικής διευθέτησης, την οποία προσμένουν εναγωνίως. Στηριγμένοι στις πολιτικές αποφάσεις σε επίπεδο Ευρωζώνης του προηγούμενου Νοεμβρίου, προσδοκούν ότι σχετικά σύντομα, και συγκεκριμένα στους πρώτους μήνες του 2014, το ζήτημα της ελάφρυνσης του χρέους προς τους επίσημους δανειστές θα τεθεί επί τάπητος και θα αντιμετωπιστεί θετικά για τη χώρα βάσει πολιτικής συμφωνίας. 

Είναι προφανές ότι, εάν η ικανοποίηση από ελληνικής πλευράς της αναγκαίας συνθήκης, δηλαδή της επίτευξης των άμεσων στόχων, δεν συνοδευθεί από την πλήρωση από πλευράς των εταίρων μας της ικανής συνθήκης, δηλαδή, της διαγραφής ενός μέρους του συνολικού διακρατικού χρέους ή, πιο ρεαλιστικά, μιας σημαντικής αναδιάρθρωσής του, κυρίως υπό τη μορφή της δραστικής επιμήκυνσης των χρόνων αποπληρωμής, οι πολιτικές προϋποθέσεις για περαιτέρω προσπάθεια θα πάψει να υφίσταται.

Όμως, ακόμη κι αν τα πράγματα εξελιχθούν κατ’ ευχήν ως προς το ζήτημα αυτό, η αναθεώρηση της σημερινής πορείας θα εξακολουθήσει να αποτελεί αδήριτη ανάγκη. Μόνο που στην περίπτωση αυτή, το ζήτημα δεν θα είναι, τι αποφασίζουν οι εταίροι μας, αλλά τι κάνουμε εμείς. Κι αυτό, διότι πολλά από τα φορολογικά και άλλα μέτρα με τα οποία επιδιώκεται η κάλυψη των άμεσων στόχων, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που έχουν σημαντικά δημοσιονομικά αποτελέσματα, είναι εμφανώς παράλογα ή αντιπαραγωγικά, μπορούν δε να δικαιολογηθούν μόνον ως μέτρα έκτακτης ανάγκης, με συγκεκριμένη ημερομηνία λήξεως.

Η διαιώνισή τους κινδυνεύει να καταστρέψει τα εναπομένοντα αποθέματα ανοχής, ιδίως μεταξύ των παραγωγικών δυνάμεων του τόπου. Μέχρι τώρα, οι διαμαρτυρίες κατά του προγράμματος προέρχονταν κυρίως από τις φτωχότερες ομάδες του πληθυσμού και συνδέονταν με την διαμαρτυρία για την καθίζηση του βιοτικού τους επιπέδου ως συνέπεια της μειώσεως μισθών και συντάξεων, της ανεργίας και της κάθετης μειώσεως των παροχών του κοινωνικού κράτους. Στο σημείο που βρισκόμαστε, το κύριο ζήτημα είναι η φορολογική μεταχείριση του ενεργού ακόμη πληθυσμού και οι φόροι περιουσίας.

Ένα φορολογικό σύστημα θεμελιωδώς αυθαίρετο, τόσο ως προς τις δυσβάστακτες επιβαρύνσεις που επιβάλλει νομοθετικά, όσο και ως προς τις ακολουθούμενες μεθόδους ελέγχου και είσπραξης των απαιτήσεων, γεμίζει την οικονομία μας αντικίνητρα και υπονομεύει την προοπτική ανάταξής της μέσα από πρωτοβουλίες της ιδιωτικής οικονομίας. Ασφαλώς, εδώ το κύριο πρόβλημα δεν είναι η προσπάθεια να διευρυνθεί η φορολογική βάση και να συμμετάσχουν στα βάρη ευρύτερες κατηγορίες πολιτών, πολλοί εκ των οποίων είναι μόνον στα χαρτιά «μη έχοντες».

Αλλά το γεγονός ότι η διόγκωση των δημοσίων εσόδων στηρίζεται σε μακροπροθέσμως μη υποστηρίξιμες και βραχυχρονίως αστυνομοκρατικές πρακτικές, που όχι μόνον περιορίζουν τα διοικητικά και δικονομικά των πολιτών, αλλά και δημιουργούν βάσιμους φόβους στους οικονομικώς ενεργούς πολίτες ότι η μοίρα τους εναπόκειται στις εμπνεύσεις (ή μάλλον στις εκάστοτε εισπρακτικές ανάγκες) φορολογικού νομοθέτη και την αυθαιρεσίας, την τιμωρητική διάθεση και ενίοτε την κακοπιστία και διαφθορά της φορολογικής διοίκησης.

Πιασμένη στη μέγγενη των βαρύτατων νέων φορολογικών επιβαρύνσεων και της τιμωρητικής, αλλά και στερούμενη πραγματικών δικλείδων ασφαλείας, αντίληψης για την εφαρμογή τους, η επενδυτικότητα αποθαρρύνεται, τα προβλήματα ρευστότητας επιτείνονται και η οικονομία υποφέρει.

Η πολιτική, αποδεκτή ίσως εν ονόματι του νόμου της ανάγκης, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή επί μακρών από την μεσαία τάξη, συμπεριλαμβανομένης της επιχειρηματικότητας. Την οδηγεί σε απόγνωση, ενδεχομένως δε σε μαζική αποστασιοποίηση από τις πολιτικές της προσαρμογής. Αυτό είναι ένα θέμα, η επίλυση του οποίου δεν μπορεί να αναβληθεί ούτε να αφεθεί στην καλή θέληση των εταίρων μας, αλλά απαιτεί αλλαγή γραμμής στο εσωτερικό, και μάλιστα όσο το δυνατόν ταχύτερα.

*Ο Χρήστος Χατζηεμμανουήλ είναι δικηγόρος, καθηγητής Παν. Πειραιώς, επισκ. καθηγητής London School of Economics.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο