Στελέχη της κυβέρνησης Παπανδρέου διέρρεαν το προηγούμενο 48ωρο ότι για την απόφαση της ΕΕ σχετικά με την επιμήκυνση της αποπληρωμής του δανείου των 110 δισ. ευρώ και την μείωση του επιτοκίου  σημαντικό ρόλο έπαιξε και η συμβολή του Αμερικανού υπουργού Οικονομίας, Τίμοθι Γκάιτνερ.

Ο τελευταίος είχε πρόσφατα μεταβεί στο Βερολίνο για συνομιλίες με το Γερμανό ομόλογό του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε.

Εκεί ο Γκάιτνερ συζήτησε το θέμα του ελληνικού χρέους – αλλά και της Ιρλανδίας-  για μια σειρά από λόγους: Όπως τον κίνδυνο μιας βαθιάς κρίσης στην ευρωζώνη να δημιουργήσει μια δεύτερη ύφεση στην άλλη άκρη του Ατλαντικού μέχρι να δοθεί ένα μήνυμα στις αγορές αλλά και στους Ρεπουμπλικάνους.

Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομίας μετά την συνάντηση που είχε με τον  Βόλφγκανγκ Σόιμπλε είχε  χαρακτηρίσει δημόσια τις  μεταρρυθμίσεις που εφαρμόζουν Ελλάδα και Ιρλανδία  ως   «απίστευτα δύσκολες». Αναλυτές επισημαίνουν ότι η Ουάσιγκτον εμφανίζεται ανήσυχη για το ενδεχόμενο να μην ευοδωθούν οι προσπάθειες ενίσχυσης του μηχανισμού που θα απέτρεπε την εξάπλωση της μεγάλης κρίσης χρέους σε χώρες όπως η Πορτογαλία, γεγονός που θα προκαλούσε αναταραχή στις αγορές, παρασύροντας στο τέλος και τις ΗΠΑ

Η κυβέρνηση Παπανδρέου με την σειρά της επιθυμεί να δώσει προς τα έξω την «στήριξη» της Ουάσιγκτον ώστε να ηρεμήσουν οι αγορές και να αποκλιμακωθούν τα spreads.

Eπιπροσθέτως, η Αθήνα θελει να δείξει δημοσίως την ευγνωμοσύνη της στη συμβολή του αμερικανικού παράγοντα  που πρέπει να διαφημιστεί κατάλληλα και προς την κοινή γνώμη της Ελλάδας στα πλαίσια της καταπολέμησης του αντι-αμερικανισμού στη χώρα μας.

Για την Αθήνα η βοήθεια των Αμερικανών ήταν μια «πολιτική ανάσα» την οποία είχε ζητήσει μετ’ επιτάσεως ο Γιώργος Παπανδρέου και από το ΔΝΤ και από την ΕΕ για να μην αναγκαστεί να οδηγήσει τη χώρα σε πρόωρες εκλογές.

Η αμερικανική ανάμειξη όμως έχει μία εσωτερική διάσταση για την Ουάσινγκτον. Το θέμα της ελληνικής δανειοδότησης έχει βρεθεί πολλάκις στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικάνων από τον περασμένο Ιούνιο. Με  μια κοινή γνώμη που αποστρέφεται τις οικονομικές «διασώσεις» η  κυβέρνηση Ομπάμα ανησυχεί για την κρίση στην Ελλάδα γιατί «το ελληνικό πρόβλημα» μπορεί να γίνει μπούμερανγκ στους Δημοκρατικούς στις πρεοδρικές εκλογές του 2012. Η ανησυχία άρχισε να παίρνει διαστάσεις πανικού, καθώς οι Ρεπουμπλικάνοι συντονισμένα έχουν «μεγαλοποιήσει» την απόφαση του ΔΝΤ για το πακέτο στήριξης τού προς την Ελλάδα.  Ακουμπώντας σε ευαίσθητες χορδές της κοινής γνώμης, επιχειρηματολογούν ότι, εν τέλει, οι Αμερικανοί φορολογούμενοι θα είναι εκείνοι που θα διασώσουν χώρες της ευρωζώνης και φέρνουν έτσι στις μνήμες τους το στερεότυπο των Δημοκρατικών πως έχουν την «σπατάλη στο αίμα τους». Για του λόγου το αληθές, επικαλούνται μάλιστα και τους... Κινέζους. «Δεν νοείται να δανειζόμαστε εμείς από τους Κινέζους και στη συνέχεια να δανείζουμε τους Ευρωπαίους...»

Η διάσωση της Ελλάδας θέτει ένα επικίνδυνο προηγούμενο για το ότι μπορεί να χρησιμοποιηθούν χρήματα των Αμερικανών πολιτών για διασώσεις ευρωπαϊκών χωρών. Ο Λευκός Οίκος, όμως, υποστηρίζει ότι οι πρωτοβουλίες του δεν θα κοστίσουν στον Αμερικανό φορολογούμενο και αξιωματούχοι του διαβεβαίωναν ότι η Fed έχει κερδίσει χρήματα μέσω των swaps -σχεδόν 6 δισ. τα τελευταία δύο χρόνια- και ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν χάσει ποτέ χρήματα μέσω των επενδύσεών τους στο ΔΝΤ.

Σε αντανάκλαση των όσων συμβαίνουν και σε μια προσπάθεια κατευνασμού της κριτικής που δέχεται, η κυβέρνηση Ομπάμα συμφώνησε τον περασμένο Νοέμβριο στη Γερουσία στην έγκριση εισήγησης των Ρεπουμπλικανών για μπλοκάρισμα στο ΔΝΤ μελλοντικών πακέτων διάσωσης στην περίπτωση που θα κρίνεται ότι οι χώρες που δανείζονται αδυνατούν να τα αποπληρώσουν αν το χρέος τους υπερβαίνει το 100% του ΑΕΠ.

Οι Ρεπουμπλικάνοι  συντάσσονται με μερίδα οικονομικών αναλυτών που σπεύδουν να σχολιάσουν ότι από τότε που ο Ντομινίκ Στρος-Καν ανέλαβε την ηγεσία του ΔΝΤ, έχουν χαλαρώσει επικίνδυνα οι όροι δανεισμού. «Προσπαθούν να είναι καλά παιδιά (εκεί στο ΔΝΤ) και τα καλά παιδιά χάνουν χρήματα» ανέφερε σε σχετικό άρθρο της η «Wall Street Journal», αποδίδοντας προσωπικά κίνητρα στον Ντομινίκ Στρος-Καν (φέρεται υποψήφιος για τη γαλλική προεδρία).

Ωστόσο, η κυβέρνηση Ομπάμα σε όλους τους τόνους σημειώνει ότι τα δάνεια που εγκρίνει ο ΔΝΤ, δίνονται στη βάση του «preferred creditor», όπερ σημαίνει ότι το ΔΝΤ είναι πρώτο ανάμεσα σε αυτούς που ξεχρεώνονται από τις δανειζόμενες χώρες.